Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΑΠΟ "ΤΕΙΡΕΣΙΑ"-ΑΓΩΓΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΛΟΓΩ ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΠΟΛΥΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ …………..
Α Γ Ω Γ Η
Μ. Ν. του Α., κατοίκου Θεσσαλονίκης, Κ. 6.
Κ Α Τ Α
Της στην Αθήνα (Αλαμάνας 1 & Πρεμετής) εδρεύουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΕ» («ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ»), που εκπροσωπείται νόμιμα.
__________________________
Α.- ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Είμαι εργολάβος οικοδομών ασχολούμενος από ετών με την ανέγερση πολυώροφων οικοδομών είτε με το σύστημα της αντιπαροχής, είτε σε δικά μου εν όλω ή εν μέρει οικόπεδα.
Η εναγομένη είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου δηλαδή Ανώνυμη Εταιρία, η οποία έχει ιδρυθεί από είκοσι οκτώ Τράπεζες που δραστηριοποιούνται στην Eλλάδα, προκειμένου να συλλέγει, καταχωρεί και επεξεργάζεται οικονομικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
Κατά την διάρκεια της επαγγελματικής μου δραστηριότητας ουδέποτε ζήτησα και έλαβα δάνειο προς ευόδωση των οικονομικών μου δραστηριοτήτων και οι σχέσεις μου με το τραπεζικό σύστημα και όλες τις Τράπεζες που το απαρτίζουν ήταν άριστες, αφού ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν συναλλαγματικές μου, ουδέποτε εμφανίστηκαν στις πληρώτριες τράπεζες και έμειναν απλήρωτες επιταγές μου και εν γένει ουδέποτε καθυστέρησα οποιαδήποτε οφειλή μου προς οποιονδήποτε χρηματοπιστωτικό φορέα με τον οποίο συνεργάστηκα.
Εξ αιτίας αυτής της άριστης οικονομικής συμπεριφοράς μου η πιστοληπτική μου ικανότητα ήταν άριστη και ουδέποτε υπήρξε κάποιο πρόβλημα στις συναλλαγές μου με οποιαδήποτε τράπεζα ή εν γένει οποιοδήποτε πιστωτικό οργανισμό.
Στις 28.09.2004 μου κοινοποιήθηκαν οι εξής αποφάσεις:
1) Η με αριθμό 0000/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου ……….. (τακτική διαδικασία), σε φωτοαντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο, η οποία εκδόθηκε μετά την άσκηση της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 000/2001 αγωγής, η οποία με υποχρέωνε να καταβάλω στον ενάγοντα Κ. Σ. του Ν. το ποσό των 3.521,64 €, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, ενώ ακολουθούσε παρά πόδας αυτής επιταγή προς πληρωμή, με την οποία επιτασσόμουν να καταβάλω στον άνω ενάγοντα τα εξής ποσά: α) για απαίτηση που επιδικάσθηκε 3.521,64 €, β) για νόμιμους τόκους υπερημερίας 1.395,80, γ) για δικαστική δαπάνη 180,00 €, δ) για τέλος απογράφου 177,05 €, ε) για έκδοση αντιγράφου 5,00 € και στ) για σύνταξη και επίδοση της επιταγής προς πληρωμή, νομική συμβουλή κλπ 420,00 €, δηλαδή συνολικά το ποσό των 5.699,49 €.
2) Η με αριθμό 0000/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ………….., σε φωτοαντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο, η οποία εκδόθηκε μετά την άσκηση της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 0000/2002 έφεσής μου κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Ειρηνοδικείου …………., η οποία απέρριπτε την έφεσή μου και με καταδίκαζε να καταβάλω στον εφεσίβλητο ενάγοντα Κ. Σ. του Ν. το ποσό των 270,00 € ως δικαστική δαπάνη, ενώ ακολουθούσε παρά πόδας αυτής επιταγή προς πληρωμή με την οποία επιτασσόμουν να καταβάλω στον άνω ενάγοντα εφεσίβλητο τα εξής ποσά: α) για την δικαστική δαπάνη που επιδικάσθηκε 270,00 €, β) β) για έκδοση αντιγράφου 5,00 € και γ) για σύνταξη και επίδοση της επιταγής προς πληρωμή, νομική συμβουλή κλπ 70,00 €, δηλαδή συνολικά το ποσό των 345,00 €.
Κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεών μου με τον ενάγοντα εφεσίβλητο, σχετικά με τον χρόνο και τον τρόπο πληρωμής, αυτός, με την με αριθμό 0000/18.10.2004 κατασχετήρια έκθεση ακινήτου του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου ……….. Α. Κ. κατάσχεσε αναγκαστικώς ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου του με αριθμό 000 οικοπέδου που βρίσκεται στην περιφέρεια του Νομού, Δήμου και Ειρηνοδικείου ………, στο με αριθμό 15 τετράγωνο, του προσφυγικού συνοικισμού …………. …………. και επί της οδού Α. Π. 42, κυριότητας, νομής και κατοχής μου και η κατάσχεση αυτή εγγράφηκε στα βιβλία κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου ………. στον τόμο 000 και με αριθμό 00.
Με την με αριθμό 0000/25.10.2004 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του ίδιου Δικαστικού Επιμελητή, η οποία μου κοινοποιήθηκε στις 01.11.2004, ορίσθηκε ημέρα πλειστηριασμού του ως άνω ακινήτου η 08.12.2004, ενώπιον της συμβολαιογράφου ……………….. Ι. Χ., ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου.
Στις 19.11.2004 ημέρα Παρασκευή, ως όφειλα, ως έντιμος και συνεπής επιχειρηματίας και πολίτης, εξόφλησα πλήρως την ανωτέρω απαίτηση του αντιδίκου μου.
Τρεις ημέρες αργότερα και συγκεκριμένως την Δευτέρα 22.11.2004 ο ενάγων εφεσίβλητος αντίδικός μου, ως όφειλε, ως έντιμος και συνεπής πολίτης, εμφανίσθηκε ενώπιον της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου συμβολαιογράφου ………… Ι. Χ. και με την με αριθμό 0000/22.11.2004 πράξη της ως άνω συμβολαιογράφου ήρε την κατάσχεση που είχε επιβάλει επί του προαναφερθέντος ακινήτου μου.
Η ως άνω άρση της κατάσχεσης δημοσιεύθηκε στα βιβλία κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου …………… στις 24 Νοεμβρίου 2004 και από εκείνη την ημέρα ήρθη η επιβληθείσα κατάσχεση στο ακίνητό μου και από το Υποθηκοφυλακείο …………..
Β.- Η ΕΜΠΛΟΚΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ
Περί την 10η Σεπτεμβρίου 2005, δηλαδή περί τους δέκα (10) μήνες μετά την άρση της ως άνω κατάσχεσης, και μετά από προφορικές συνεννοήσεις μου με την «ΤΡΑΠΕΖΑ ……….. Α.Ε.» (υποκατάστημα …………. της …………) επήλθε αρχική συμφωνία με αυτήν, για την δανειοδότησή μου από αυτήν με ποσό 35.000 €, το οποίο είχα άμεση ανάγκη για την ευόδωση των επιχειρηματικών μου στόχων και την οικονομική μου ανέλιξη. Αιφνιδίως, στις 16.09.2005, οι υπεύθυνοι του εν λόγω υποκαταστήματος με κάλεσαν και μου γνώρισαν ότι δεν μπορούν να προχωρήσουν στην δανειοδότησή μου, διότι, μετά από αίτησή τους, η εναγομένη τους γνωστοποίησε εκείνη την ημέρα (16.09.2005 και μετά από 10 μήνες από την άρση της ανωτέρω κατάσχεσης) προσωπικά μου δεδομένα, σύμφωνα με τα οποία υπήρχαν δυσμενή σε βάρος μου στοιχεία.
Έκπληκτος, γιατί γνώριζα ότι ουδέν δυσμενές στοιχείο σχετικά με τις οικονομικές μου συναλλαγές υπήρχε, ζήτησα αμέσως τα σχετικά στοιχεία και διαπίστωσα ότι η εναγομένη είχε γνωστοποιήσει στην ανωτέρω Τράπεζα, χωρίς προηγουμένως να με ενημερώσει, δυσμενή στοιχεία σε σχέση με την προαναφερθείσα κατάσχεση, η οποία είχε αρθεί προ δεκαμήνου στις 24.11.2004 και η οποία φαινόταν στα στοιχεία που γνωστοποίησε η εναγομένη ότι ίσχυε ακόμη, αφού δεν αναφερόταν η προ δεκάμηνου άρση της.
Η έκπληξή μου, όμως έγινε αγανάκτηση, όταν διαπίστωσα ότι η συγκεκριμένη κατάσχεση είχε καταχωρηθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα της εναγομένης στις 12.01.2005, δηλαδή 1,5 ολόκληρο μήνα μετά την νομότυπη άρση της στο Υποθηκοφυλακείο ………….., γεγονός που σημαίνει ότι η καταχώρηση έγινε αν όχι από δόλο τουλάχιστον από βαρεία αμέλεια της εναγομένης, ενώ συγχρόνως η εναγομένη πριν την κοινοποίηση του ως άνω δυσμενούς στοιχείου δεν φρόντισε να ελέγξει την ακρίβεια των μεταδοθέντων προσωπικών μου στοιχείων.
Γ.- ΙΣΧΥΟΝ ΔΙΚΑΙΪΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ
Από το άρθρο 249 παρ. 1, 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης, περί ιδρύσεως της Eυρωπαϊκής Κοινότητας (πρώην άρθρο 189 παρ.1, 3), προκύπτει σαφώς ότι οι οδηγίες που εκδίδουν προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Ευρωπαϊκό Kοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή) αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος - μέλος της Ένωσης στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Έτσι, οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη - μέλη της Ε.Ε., αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος. Το κράτος - μέλος που είναι αποδέκτης της Οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα και τύπο, όμως, τα οποία το ίδιο θα επιλέξει (Νόμο, Προεδρικό Διάταγμα, Yπoυργική Aπόφαση και εν γένει κανόνες δικαίου της εθνικής έννομης τάξεως). Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους που δεν έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής, δηλαδή οι διατάξεις της είναι χωρίς αιρέσεις, επιφυλάξεις, περιθώρια επιλογής και επαρκώς ακριβείς, ώστε να καθίσταται δυνατό στα Εθνικά Δικαστήρια να προσδιορίσουν το ακριβές περιεχόμενο του δικαιώματος, τον δικαιούχο και τον υπόχρεο αυτού καθώς και τον τρόπο άσκησής του τότε υπάρχει η δυνατότητα στους ιδιώτες να την επικαλεστούν έναντι του κράτους (κάθετη ισχύς Οδηγίας). Σε περίπτωση που οι διατάξεις της Οδηγίας δεν είναι σαφείς, επαρκείς και ανεπιφύλαχτες και επομένως δεν μπορούν να εφαρμοσθούν, οι ιδιώτες μπορούν να προσφύγουν στα εθνικά δικαστήρια και να ζητήσουν από το κράτος - μέλος αποζημίωση τη ζημία που υπέστησαν λόγω της μη μεταφορά της Οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιό του. Ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει την εξουσία να μεταβάλει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου κατ` άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις ευρωπαϊκές κοινότητες από 1.1.1981 δυνάμει της από 28.5.1979 συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ., που κυρώθηκε με το Ν 945/1979 , ακόμη και του Συντάγματος κατά τα άρθρα 2, 10 (πρώην 5) της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας .
Ακολούθως, σύμφωνα με την Οδηγία 95/46/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24.10.1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών : "Όταν τα δεδομένα δεν έχουν συλλεγεί από το πρόσωπο το οποίο αφορούν, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, ευθύς ως καταχωρηθούν τα δεδομένα ή, εάν προβλέπεται ανακοίνωσή τους σε τρίτους, το αργότερο κατά την πρώτη ανακοίνωση τους, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκπρόσωπός του πρέπει να παρέχει στο πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδoμένα τις εξής πληροφορίες, εκτός εάν το πρόσωπο αυτό έχει ήδη ενημερωθεί : α) την ταυτότητα του υπευθύνου της επεξεργασίας και ενδεχομένως, του εκπροσώπου του, β)τους σκοπούς της επεξεργασίας, γ) οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία, όπως την ύπαρξη δικαιώματος πρόσβασης στα δεδομένα που το αφορούν και δικαιώματος διόρθωσής τους, εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι αναγκαίες, λόγω των ειδικών συνθηκών υπό τις οποίες συλλέγονται τα δεδομένα, ώστε να εξασφαλίζεται η θεμιτή επεξεργασία, έναντι του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα (άρθρο 11 παρ. 1 της Οδηγίας).
Εξάλλου, με το άρθρο 23 του Ν. 2472/1997, που εκδόθηκε προς προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στην παραπάνω Οδηγία: "1. Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος οφείλει να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. 2. Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ` ελάχιστο στο ποσόν των δύο εκατομμυρίων δραχμών, εκτός εάν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσόν ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως της απαιτούμενης αποζημίωσης για περιουσιακή βλάβη". Ενώ, με το άρθρο 2 του ίδιου νόμου προβλέφθηκε ότι "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως : α) "δεδoμένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων... γ) "υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως.... δ) "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νπδδ ή νπιδ ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδoση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή... ζ) "υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδoμένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός .... θ) "Τρίτος", κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα... ι) "αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνεται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο η όχι., ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ` τον παρόντος νόμου".
Επίσης, κατά το άρθρο 4, παρ. 1 περ. γ του ίδιου νόμου : "Tα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: ... γ) να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση". Εξάλλου κατά το άρθρο 11, παρ. 3 του ίδιου νόμου : "Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς".
Ακολούθως, κατά την 408/3.12.1998 απόφαση της Αρχής , που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του πιο πάνω νόμου και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι:
«Για να μη θιγούν ουσιωδώς, κατά την επεξεργασία των προσωπικώv δεδομένων οι θεμελιώδεις ελευθερίες των υποκειμένων, αλλά και να ικανοποιηθεί το έννομο συμφέρον της άσκησης του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας με βάση πληρoφoρίες που εξασφαλίζουν την εμπορική πίστη, την αξιοπιστία και την ασφάλεια των συναλλαγών, η συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων πρέπει να πραγματοποιείται από τους ακόλουθους τουλάχιστον, περιορισμούς: 1) Τα δεδομένα που επιτρέπεται να συλλέξουν οι εταιρίες χωρίς συγκατάθεση των υποκειμένων είναι μόνον α) αιτήσεις πτωχεύσεων, β) αποφάσεις επί αιτήσεων πτωχεύσεων, γ) διαταγές πληρωμής, δ) προγράμματα πλειστηριασμού ακινήτων, ε) προγράμματα πλειστηριασμoύ κινητών, στ) μεταβολές προσωπικών εταιριών, ζ) μεταβολές ΑΕ, ΕΠΕ και Kοινοπραξιών, η) υποθήκες και προσημειώσεις υποθηκών, θ) κατασχέσεις και επιταγές βάσει ν.δ 1923, ι) ακάλυπτες επιταγές, ια) διαμαρτυρημένες συναλλαγματικές και γραμμάτια εις διαταγήν. 2. Μετά τη συλλογή των υπ` αριθμ. 1 δεδομένων και πριν από κάθε διαβίβαση ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να ενημερώσει ατομικά τα υποκείμενα βάσει του άρθρου 11 του Ν. 2472/1997, ώστε να ασκήσουν τα δικαιώματα πρόσβασης και, αντίρρησης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 12 και 13 του εν λόγω νόμου.»
Εν συνεχεία, κατά την απόφαση αριθ. 109/31.3.1999 της Αρχής: «Γ) Τα δυσμενή για το υποκείμενο πρoσωπικά δεδομένα που διαβιβάζονται, κάθε φορά στον αποδέκτη, πρέπει να είναι ακριβή και ενημερωμένα μέχρι το χρόνο της μεταβίβασης. Η ακρίβεια και ενημέρωση των στοιχείων αποτελεί βάρος του υπευθύνου επεξεργασίας και σε καμία περίπτωση του υποκειμένου».
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων 57, 59 και 299 ΑΚ, συνάγεται ότι επί πρoσβoλής της προσωπικότητος, την οποία συνιστά κάθε παράνομη, με πράξη ή παράλειψη, προσβολή των αγαθών που συνδέονται αναπόσπαστα με το πρόσωπο και συγκροτούν τη σωματική, ψυχική, πνευματική και κοινωνική ατομικότητα του βλαπτομένου (ζωή, τιμή, υπόληψη, υγεία, ελευθερία, σωματική ακεραιότητα, απόρρητο ιδιωτικής ζωής, εικόνα προσώπου, κλπ), ο τελευταίος δικαιούται να ζητήσει αφενός την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή υπαιτιότητας του προσβαλλόντος και αφετέρου, με συνδρoμή και του στοιχείου της υπαιτιότητας, την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, εφόσον αυτή είναι σημαντική , η οποία συνίσταται σε πληρωμή χρηματικoύ ποσού, δημοσίευμα ή οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις .
Δ.- ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ
Η εναγόμενη σαφέστατα και εναργέστατα παραβίασε τις ακόλουθες ισχύουσες και υποχρεωτικές για την εφαρμογή τους διατάξεις:
1) Την διάταξη του άρθρου 11 παράγραφος 1 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24.10.1995, αφού ο κατά τα άνω υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκπρόσωπός του δεν μου παρείξε, ως όφειλε και είχε υποχρέωση τις πληροφορίες που απαιτούνται, δηλαδή α) την ταυτότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας, β) τους σκοπούς της επεξεργασίας και οποιαδήποτε άλλη πληροφορία, όπως την ύπαρξη δικαιώματος πρόσβασης στα δεδομένα που με αφορούν και το δικαίωμά μου διόρθωσής τους, ώστε να εξασφαλιστεί η θεμιτή επεξεργασία έναντι του προσώπου μου. Τούτο και ευκολότατο ήταν και μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων της εναγομένης, αφού η διεύθυνσή μου ήταν γνωστή (ανεγράφετο σε όλα τα δικόγραφα – κατασχέσεις – προγράμματα πλειστηριασμών κλπ) που επεξεργάστηκε η εναγόμενη και θα μπορούσε με κάθε άνεση και με ελάχιστο κόστος (μίας συστημένης ή επί αποδείξει επιστολής) να με ενημερώσει. Τούτο, όμως, δεν το έπραξε η εναγομένη, ούτε κατά την συλλογή τους, ούτε κατά την καταχώρησή τους (κατά την οποία τα δυσμενή στοιχεία, όπως προαναφέρθηκε δεν υπήρχαν), αλλά ούτε και μετά από την παράνομη καταχώρησή τους. Η παράλειψή της έγινε από δόλο που εκπηγάζει από την νοοτροπία που διακατέχει τους υπεύθυνους – προστηθέντες της υπαλλήλους για το ότι η καλυπτόμενη από νόμους συλλογή στοιχείων για τα προσωπικά δεδομένα του οποιουδήποτε υποκειμένου τους δίνει την δυνατότητα να ενεργούν κακόβουλα και με αποκλειστικό στόχο να βλάψουν, χωρίς κανένα έλεγχο ή κύρωση την προσωπικότητα του υποκειμένου σε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Άλλως, η παράλειψή της έγινε από ενδεχόμενο δόλο, άλλως από βαρύτατη αμέλεια.
2) Τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 11, 12 και 13 του Ν. 2472/1997 και την με αριθμό 408/3.12.1998 απόφαση της Αρχής Προσωπικών Δεδομένων, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ως άνω Νόμου, σύμφωνα με τις οποίες, μετά τη συλλογή των αναφερόμενων στον Νόμο προσωπικών δεδομένων και πριν από κάθε διαβίβαση, ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να ενημερώσει ατομικά τα υποκείμενα, ώστε να ασκήσουν τα δικαιώματά τους πρόσβασης και αντίρρησης. Τούτο και ευκολότατο ήταν και μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων της εναγομένης, αφού η διεύθυνσή μου ήταν γνωστή (ανεγράφετο σε όλα τα δικόγραφα – κατασχέσεις – προγράμματα πλειστηριασμών κλπ) που επεξεργάστηκε η εναγόμενη και θα μπορούσε με κάθε άνεση και με ελάχιστο κόστος (μίας συστημένης ή επί αποδείξει επιστολής) να με ενημερώσει. Τούτο, όμως, δεν το έπραξε η εναγομένη, ούτε κατά την συλλογή τους, ούτε κατά την καταχώρησή τους (κατά την οποία τα δυσμενή στοιχεία, όπως προαναφέρθηκε δεν υπήρχαν), αλλά ούτε και μετά από την παράνομη καταχώρησή τους. Η παράλειψή της έγινε από δόλο που εκπηγάζει από την νοοτροπία που διακατέχει τους υπεύθυνους – προστηθέντες της υπαλλήλους για το ότι η καλυπτόμενη από νόμους συλλογή στοιχείων για τα προσωπικά δεδομένα του οποιουδήποτε υποκειμένου τους δίνει την δυνατότητα να ενεργούν κακόβουλα και με αποκλειστικό στόχο να βλάψουν, χωρίς κανένα έλεγχο ή κύρωση την προσωπικότητα του υποκειμένου σε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Άλλως, η παράλειψή της έγινε από ενδεχόμενο δόλο, άλλως από βαρύτατη αμέλεια.
3) Τη διάταξη του άρθρου 4 γ του Ν 2472/1997, σύμφωνα με την οποία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, σε συνδυασμό με τις ρητές διατάξεις της με αριθμό 109/31.03.1999 Απόφασης της Αρχής Προσωπικών Δεδομένων, σύμφωνα με την οποία τα δυσμενή για το υποκείμενο προσωπικά δεδομένα που διαβιβάζονται κάθε φορά στον αποδέκτη, πρέπει να είναι ακριβή και ενημερωμένα μέχρι το χρόνο της μεταβίβασης και η ακρίβεια και ενημέρωση των στοιχείων αποτελεί βάρος του υπευθύνου επεξεργασίας και σε καμία περίπτωση του υποκειμένου. Τούτο, όμως, δεν το έπραξε η εναγομένη, αφού από την συλλογή των προσωπικών μου δεδομένων, (από 06.10.2004 έως 4.11.2004) μέχρι την καταχώρησή τους (12.01.2005), τα προσωπικά μου δεδομένα που αφορούσαν τα δυσμενή στοιχεία της κατάσχεσης – πλειστηριασμού, είχαν μεταβληθεί και είχε ήδη αρθεί η κατάσχεση (24.11.2004) και η εναγομένη παρέλειψε προ της καταχώρησης (που απείχε χρονικά κατά πολύ τόσο από την συλλογή των στοιχείων, όσο και από την άρση της κατάσχεσης) να ενημερωθεί, ώστε να αποφύγει την καταχώρηση δυσμενών στοιχείων για εμένα, που κατά τον χρόνο της καταχώρησης δεν υφίσταντο. Ακόμη περισσότερο, η εναγόμενη δεν μερίμνησε να ενημερωθεί για την ορθότητα των δυσμενών προσωπικών δεδομένων μου πριν την ανακοίνωσή τους σε τρίτον («ΤΡΑΠΕΖΑ ………….. Α.Ε.», υποκατάστημα ………… ………………) στις 16.09.2005, ημερομηνία που απείχε χρονικά κατά πολύ τόσο από την συλλογή τους (από 06.10.2004 έως 4.11.2004) όσο και από την καταχώρησή τους (12.01.2005).
Η παράλειψή της έγινε από δόλο που εκπηγάζει από την νοοτροπία που διακατέχει τους υπεύθυνους – προστηθέντες της υπαλλήλους για το ότι η καλυπτόμενη από νόμους συλλογή στοιχείων για τα προσωπικά δεδομένα του οποιουδήποτε υποκειμένου, τους δίνει την δυνατότητα να ενεργούν κακόβουλα και με αποκλειστικό στόχο να βλάψουν, χωρίς κανένα έλεγχο ή κύρωση την προσωπικότητα του υποκειμένου σε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Και ο δόλος της είναι σαφέστατος, αφού ο δράστης (υπεύθυνος συλλογής των προσωπικών μου δεδομένων καθώς και ο υπεύθυνος ενημέρωσης μου, προστηθέντες στην εργασία τους από την εναγομένη), αλλά και όλοι οι υπεύθυνοι της εναγομένης, ενήργησαν με άμεσο ή ορισμένο ή ευθύ δόλο αφού τέτοιος υπάρχει όταν ο δράστης είτε επιδιώκει ευθέως το αδικοπρακτικό αποτέλεσμα της πράξης του (ή παράλειψής του), είτε δεν το επιδιώκει μεν αμέσως, αλλά το προβλέπει ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του. Έτσι, εν όψει του ότι η καταχώριση των δυσμενών μου στοιχείων έγινε περίπου δύο (2) μήνες από τον έλεγχό τους (12.01.2005) και η ανακοίνωσή τους προς τον τρίτο («ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ Α.Ε.», υποκατάστημα Ευόσμου Θεσσαλονίκης) έγινε περί τους 10 μήνες από τον έλεγχό τους, χωρίς ενημέρωσή μου, ώστε να γνωστοποιήσω στην εναγομένη για τα νεότερα στοιχεία, αλλά και κυρίως, χωρίς η ίδια η εναγομένη να ελέγξει την ακρίβειά τους, ως είχε υποχρέωση, παρά την πάροδο ικανότατου χρόνου από την συλλογή των προσωπικών μου δεδομένων και τη σφόδρα διαφαινόμενη περίπτωση να έχει εξοφληθεί η φερόμενη ως απαίτηση κάποιου τρίτου σε βάρος μου, η οποία μπορούσε σαφέστατα να προβλεφθεί, επεδίωξε με όλες τις παραλείψεις της την προσβολή της προσωπικότητάς μου, άλλως προέβλεψε το αποτέλεσμα ως αναγκαία συνέπεια της δια παραλείψεων πράξης της.
Άλλως, η παράλειψή της έγινε από ενδεχόμενο δόλο, αφού σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα, η εναγόμενη προέβλεψε ότι είναι δυνατό να παραχθεί το άδικο (αξιόποινο ή όχι) αποτέλεσμα και παρά ταύτα δεν απείχε από την ενέργειά της, αποδεχόμενη την παραγωγή του αποτελέσματος. Η νομολογία μέχρι πρόσφατα υιοθετούσε την θεωρία της «αποδοχής», δηλαδή της κυριαρχίας του βουλητικού στοιχείου και όχι του γνωσιολογικού. Ήδη, όμως, όπως προκύπτει από τις πρόσφατες αποφάσεις , το Ανώτατο Δικαστήριο προσανατολίστηκε προς τη θεωρία της «επιδοκιμασίας» του αποτελέσματος, που ακολουθεί η γερμανική επιστήμη και νομολογία. Κατ’ αυτή μία πράξη που τελείται με ενδεχόμενο δόλο, προϋποθέτει ότι ο δράστης διαβλέπει ως δυνατή και όχι εντελώς απομακρυσμένη την επέλευση του άδικου αποτελέσματος, περαιτέρω δε, ότι την επιδοκιμάζει ή ότι συμβιβάζεται χάριν του επιδιωκόμενου σκοπού του, με την πλήρωση της οικείας ειδικής υπόστασης, δηλαδή όπως ακριβώς ενήργησε η εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της.
Είναι σαφέστατο ότι η εναγομένη και όλοι οι προστηθέντες από αυτήν υπάλληλοί της, ενήργησαν παρά τον νόμο, γνωρίζοντας πλήρως τις υποχρεώσεις τους σε σχέση με την μετάδοση των προσωπικών μου δεδομένων και την διαδικασία που οι νόμοι απαιτούσαν, απέφυγαν να τηρήσουν την εναργέστατα από τους νόμους περιγραφόμενη διαδικασία, διείδαν ως δυνατή την επέλευση του άδικου αποτελέσματος και το επιδοκίμασαν αντί να εφαρμόσουν πιστά τον νόμο.
Άλλως και όλως επικουρικώς η εναγομένη και οι προστηθέντες της προέβησαν στην πράξη τους από βαρεία αμέλεια, άλλως από αμέλεια.
Ε.- ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΜΟΥ
ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ. α’, 59 εδ. α και 299 του ΑΚ, συνάγεται ότι όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρο 2 παρ. 1) πλέγμα των αξιών που απαρτίζουν την ηθική υπόσταση του ανθρώπου, και ειδικότερα προσβάλλεται στην, προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθρα 5 παρ. 2 και 9 παρ. 1), Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ, Ν.Δ. 53/1974, άρθρο 8) και από το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ, Ν. 2462/1997, άρθρα 17 και 22), τιμή του ή η υπόληψή του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Σε περίπτωση που η προαναφερόμενη προσβολή υπήρξε και υπαίτια, το Δικαστήριο μπορεί επιπλέον, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Έτσι, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβαλλόντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητος. Ειδικότερα, η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης προϋποθέτει υπαιτιότητα του προσβαλλόντος, κατά την άποψη που κρατεί στη νομολογία , ενώ η θεωρία έχει άλλη άποψη .
ΕΠΕΙΔΗ μεταξύ των προστατευομένων αγαθών που περιλαμβάνονται στην προσωπικότητα ενός ατόμου είναι και η τιμή αυτού, ως ηθικό και κοινωνικό αγαθό, δηλαδή η αξία που αποδίδεται σε κάθε άνθρωπο από την κοινωνία .
ΕΠΕΙΔΗ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης λαμβάνονται, μεταξύ άλλων, υπόψη το είδος της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, η βαρύτητα του πταίσματος, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, οι προσωπικές σχέσεις των μερών, η συμπεριφορά του υπευθύνου μετά την αδικοπραξία κλπ.
ΣΤ.- ΗΘΙΚΗ ΜΟΥ ΒΛΑΒΗ - ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΜΟΥ
ΕΠΕΙΔΗ κατ’ άρθρο 57 παρ. 1 και 2 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επίσης δε έχει αξίωση κατά του προσβάλλοντος αυτήν για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Από τις διατάξεις αυτές, αλλά και από άλλες τόσο του Α.Κ. όσο και ειδικών νόμων, που πρέπει πλέον να αντιμετωπίζονται ως ειδικεύσεις του άρθρου 2 παράγραφος 1 του Συντάγματος, με το οποίο καθιερώνεται ο θεμελιώδης κανόνας του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, προκύπτει ότι το δίκαιο ανάγει τον άνθρωπο καθ’ εαυτόν σε αυτοτελές αντικείμενο προστασίας και επιβάλει το σεβασμό της προσωπικότητάς του από τρίτους. Η προσωπικότητα εξωτερικώς παρίσταται από διάφορες εκφάνσεις, με τη γενική δε ρήτρα περί παρανόμου προσβολής επιτυγχάνεται ο εντοπισμός αλλά και η διεύρυνση της προσωπικότητας εκείνων που κατά την επιστήμη και τις κοινωνικές συναλλακτικές αντιλήψεις θεωρούνται προστατεύσιμες. Μέσα της καθιερούμενης σφαιρικής προστασίας της προσωπικότητας είναι η άρση της προσβολής, η παράλειψη αυτής στο μέλλον και η ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το δικαίωμα επί της προσωπικότητας αποτελεί κατηγορία δικαιώματος με ιδιαίτερη φυσιογνωμία, που το αποχωρίζει από τα γνωστά είδη δικαιωμάτων. Είναι δικαίωμα μη περιουσιακό, ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη, είναι αυτοτελές για κάθε πρόσωπο, απαράγραπτο, απολύτως προσωπικό και απόλυτο, με την έννοια ότι ο δικαιούχος απευθύνεται κατά οιουδήποτε τρίτου που τον διαταράσσει και απαιτεί την παράλειψη της διατάραξης. Προσβολή της προσωπικότητας ενέχει κάθε πράξη τρίτου προσώπου με την οποία διαταράσσεται η κατά τη στιγμή της προσβολής υπάρχουσα κατάσταση ως προς τις διάφορες εκφάνσεις της προσωπικότητας, σε κάθε δε έκφανση αντιστοιχεί και ιδιαίτερος τρόπος προσβολής, που μπορεί να συντελεστεί και με παράλειψη.
ΕΠΕΙΔΗ η παραπάνω συμπεριφορά της εναγομένης προσέβαλε κατάφωρα την προσωπικότητά μου, την τιμή, την υπόληψή μου καθώς και κυρίως την επαγγελματική μου δράση, τραυματίζοντας την ψυχική μου υγεία, δοθέντος ότι η εναγομένη διέδωσε τα ψευδή γεγονότα που διαλαμβάνονται ανωτέρω σε τραπεζικό ίδρυμα που συνεργάζομαι, έθεσε δε με τον τρόπο αυτόν σε κίνδυνο την πνευματική και σωματική μου γαλήνη, αφού μου προκάλεσε σωματική και ψυχική ταλαιπωρία.
ΕΠΕΙΔΗ μετά από αυτά νόμιμος συντρέχει λόγος όπως η εναγομένη υποχρεωθεί, με απόφασή σας που πρέπει να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, να παύσει την προσβολή της προσωπικότητάς μου, να διαταχθεί η απαγόρευση της προσβολής της προσωπικότητάς μου στο μέλλον και να υποχρεωθεί να μου καταβάλει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων ευρώ (200.000 €) σαν δίκαιη και εύλογη αποζημίωσή μου για την ηθική βλάβη που έχω υποστεί από την παράνομη, υπαίτια συκοφαντική της συμπεριφορά εν όψει του είδους της προσβολής, του μεγέθους αυτής, του τρόπου και της διάρκειάς της, λαμβανομένης υπόψη της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και το ποσό αυτό νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Ζ.- ΚΑΘ’ ΥΛΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ
Η αγωγή αρμοδίως καθ` ύλην (λόγω ύψους αιτουμένου ποσού) εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο θα δικάσει κατά την τακτική διαδικασία, αφού η διαδικασία των εργατικών διαφορών που αναφέρεται στο άρθρο 23 παρ. 3 του Ν. 2472/1997 για τις ένδικες υποθέσεις, αφορά στον ταχύ προσδιορισμό της συζητήσεως της υποθέσεως, την έλλειψη υποχρέωσης των διαδίκων να καταθέσουν προτάσεις κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, και την άμεση έκδοση της αποφάσεως (εντός διμήνου) και όχι στις διατάξεις που θα ακολουθηθούν κατά την επί της ουσίας κρίση.
Η.- ΚΑΤΑ ΤΟΠΟ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΗΤΑ
Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται κατά τόπον στο Δικαστήριό σας, αφού η εναγομένη μεταβίβασε ηλεκτρονικά τα στοιχεία μου στη ………… («ΤΡΑΠΕΖΑ ………….. Α.Ε.», υποκατάστημα ……………. της …………), όπου θεωρείται επελθόν και το αποτέλεσμα της προσβολής (δωσιδικία αδικήματος).
Θ.- ΛΟΙΠΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ
1.- Η εναγομένη ισχυρίστηκε σε μένα προσωπικώς και μετά τις εντονότατες τηλεφωνικές μου διαμαρτυρίες, ότι διόρθωσε την καταχώριση. Αυτή όμως η διόρθωση της καταχώρισης δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι περιήλθε ή θα περιέλθει σε γνώση του τρίτου, που αναζήτησε αρχικώς την πληροφορία («ΤΡΑΠΕΖΑ ………….. Α.Ε.», υποκατάστημα …………… της ……………), αφού για να περιέλθει σε γνώση της πρέπει να την αναζητήσει και πάλι, γεγονός μέλλον και αβέβαιο. Συνεπώς, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη, να άρει τις δυσμενείς συνέπειες της ως άνω πράξεώς της, απευθύνοντας σε μένα τον ενάγοντα επιστολή συγνώμης, την οποία θα κοινοποιήσει προς την «ΤΡΑΠΕΖΑ …………….. Α.Ε.», υποκατάστημα ……… της ……………, άλλως, μετά παρέλευση μηνός από της νομίμου επιδόσεως της αποφάσεως αυτής στην εναγομένη, σε περίπτωση αρνήσεώς της, να δύναμαι εγώ ο ενάγων, με έξοδα της εναγομένης, να προβώ σε κοινοποίηση της αποφάσεως που με δικαιώνει και ιδίως του διατακτικού της που θα υποχρεώνει την εναγόμενη να μου ζητήσει συγνώμη για την κατά το ιστορικό της παρούσας παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της.
2.- Να υποχρεωθεί η εναγομένη να διαγράψει τελείως τα προσωπικά μου δεδομένα που αφορούν την στο ιστορικό της παρούσας κατάσχεση - πλειστηριασμό και να απαγορευθεί σ’ αυτήν να τα διαβιβάζει σε οποιονδήποτε τρίτο, απειλουμένης χρηματικής ποινής 10.000 € για κάθε παράβαση της αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΖΗΤΩ:
Να γίνει δεκτή η αγωγή μου σε όλο της το αιτητικό.
Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να μου καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας και μέχρι την πλήρη εξόφληση και για τους στο ιστορικό της παρούσας λόγους το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000 €) ευρώ.
Να υποχρεωθεί η εναγομένη, να άρει τις δυσμενείς συνέπειες της ως άνω πράξεώς της, απευθύνοντας σε μένα τον ενάγοντα επιστολή συγνώμης, την οποία θα κοινοποιήσει προς την «ΤΡΑΠΕΖΑ ………. Α.Ε.», υποκατάστημα ……….. της ………….., άλλως, μετά παρέλευση μηνός από της νομίμου επιδόσεως της αποφάσεως αυτής στην εναγομένη, σε περίπτωση αρνήσεώς της, να δύναμαι εγώ ο ενάγων, με έξοδα της εναγομένης, να προβώ σε κοινοποίηση της αποφάσεως που με δικαιώνει και ιδίως του διατακτικού της που υποχρεώνει την εναγόμενη να μου ζητήσει συγνώμη για την κατά το ιστορικό της παρούσας παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της.
Να υποχρεωθεί η εναγομένη να διαγράψει τελείως τα προσωπικά μου δεδομένα που αφορούν την στο ιστορικό της παρούσας κατάσχεση - πλειστηριασμό και να απαγορευθεί σ’ αυτήν να τα διαβιβάζει σε οποιονδήποτε τρίτο, απειλουμένης χρηματικής ποινής 10.000 € για κάθε παράβαση της αποφάσεως.
Να κηρυχθεί η απόφασή σας προσωρινά εκτελεστή, ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα.
Να καταδικασθεί η εναγομένη στη δικαστική μου δαπάνη.
……………… 00.00.0000
Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος

Δεν υπάρχουν σχόλια: