Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009

ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ Α.Ε. ΜΗ ΕΙΣΗΓΜΕΝΩΝ ΣΤΟ Χ.Α.Α. (μέρος 2ο)

ΑΡΙΘΜΟΣ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥ ……………
ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΤΗΣ ΑΠΟ 14.11…… ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ
«Α. Χ. – Π. Α.Ε.»
και δ.τ. «Π. Α.Ε.»,
που έχει έδρα στο Δήμο ………….,
οδός …………….,
με αρ. ΜΑΕ ……………………
και Α.Φ.Μ. ………………… της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ………………..

Στη ………………………. σήμερα δεκατέσσερις (14) Νοεμβρίου …………… ημέρα ……………… και ώρα 08.00 και στα γραφεία της έδρας της Εταιρείας με την επωνυμία «Α. Χ. – Π. Α.Ε.» και δ.τ. «Π. Α.Ε.», που έχει έδρα στο Δήμο ………………., στην οδό ……….., με αρ. ΜΑΕ …………….. και Α.Φ.Μ. …………………. της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. …………………., συνήλθε μετά από πρόσκληση του Προέδρου κ. Α. Α. το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, ήτοι:
1) Α. Α. του Σ. και της Σ., ως Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος,
2) Γ. Χ. του Κ. και της Ά., ως μέλος του Δ.Σ. και
3) Μ. Χ. του Κ. και της Ά., ως μέλος του Δ.Σ.
Αφού παρίστανται όλοι οι Σύμβουλοι και υφισταμένης νομίμου απαρτίας σύμφωνα με το νόμο και το Καταστατικό, αρχίζει η συζήτηση με μοναδικό θέμα της ημερησίας διατάξεως:
«Έκδοση Προσωρινών Τίτλων Μετοχών»
Επί του θέματος ο Πρόεδρος Α. Α., λαβών το λόγο, ενημέρωσε τα μέλη του Δ.Σ. ότι μετά και τον τελευταίο ισολογισμό, η εταιρεία πρέπει να προβεί στην έκδοση των σχετικών μετοχών και στην παράδοσή αυτών στους μετόχους και ότι επί του παρόντος επιβάλλεται η έκδοση προσωρινών τίτλων και συγκεκριμένα η έκδοση εννέα (9) προσωρινών τίτλων, με αύξοντες αριθμούς από ένα (1) έως εννέα (9), οι οποίοι να υπογραφούν από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο και να διανεμηθούν στους μετόχους και ειδικότερα α) ο με αύξοντα αριθμό ένα (1) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε πενήντα χιλιάδες (50.000) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Γ. Χ. του Κ., β) ο με αύξοντα αριθμό δύο (2) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε πενήντα χιλιάδες (50.000) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Γ. Χ. του Κ., γ) ο με αύξοντα αριθμό τρία (3) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε πενήντα χιλιάδες (50.000) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Γ. Χ. του Κ., δ) ο με αύξοντα αριθμό τέσσερα (4) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Γ. Χ. του Κ., ε) ο με αύξοντα αριθμό πέντε (5) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε οκτακόσιες πενήντα μία (851) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Γ. Χ. του Κ., στ) ο με αύξοντα αριθμό έξι (6) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε πενήντα χιλιάδες (50.000) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Μ. Χ. του Κ., ζ) ο με αύξοντα αριθμό επτά (7) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Μ. Χ. του Κ., η) ο με αύξοντα αριθμό οκτώ (8) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε τρεις χιλιάδες (3.000) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Μ.Χ. του Κ., θ) ο με αύξοντα αριθμό εννέα (9) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε πεντακόσιες σαράντα εννέα (549) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Μ. Χ. του Κ..
Μετά από διαλογική συζήτηση το Δ.Σ. με ομόφωνη απόφαση δέχεται την πρόταση του Προέδρου και ψηφίζει παμψηφεί την έκδοση προσωρινών τίτλων και συγκεκριμένα την έκδοση εννέα (9) προσωρινών τίτλων, με αύξοντες αριθμούς από ένα (1) έως εννέα (9), οι οποίοι να υπογραφούν από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο και να διανεμηθούν στους μετόχους και ειδικότερα α) ο με αύξοντα αριθμό ένα (1) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε πενήντα χιλιάδες (50.000) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Γ. Χ. του Κ., β) ο με αύξοντα αριθμό δύο (2) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε πενήντα χιλιάδες (50.000) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Γ. Χ. του Κ., γ) ο με αύξοντα αριθμό τρία (3) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε πενήντα χιλιάδες (50.000) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Γ. Χ. του Κ., δ) ο με αύξοντα αριθμό τέσσερα (4) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Γ. Χ. του Κ., ε) ο με αύξοντα αριθμό πέντε (5) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε οκτακόσιες πενήντα μία (851) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Γ. Χ. του Κ., στ) ο με αύξοντα αριθμό έξι (6) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε πενήντα χιλιάδες (50.000) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Μ. Χ. του Κ., ζ) ο με αύξοντα αριθμό επτά (7) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Μ. Χ. του Κ., η) ο με αύξοντα αριθμό οκτώ (8) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε τρεις χιλιάδες (3.000) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Μ. Χ. του Κ., θ) ο με αύξοντα αριθμό εννέα (9) προσωρινός τίτλος θα αντιστοιχεί σε πεντακόσιες σαράντα εννέα (549) κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από ένα (1,00 €) ευρώ και θα ανήκει στο μέτοχο Μ. Χ. του Κ..
Μη υπάρχοντος άλλου θέματος προς συζήτηση λύεται η παρούσα συνεδρίαση και υπογράφεται το παρόν ως έπεται.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ Δ.Σ.                           

__________________________           
Α. Α.                                                            


ΤΑ ΜΕΛΗ

___________________________

Γ. Χ
________________________
Μ. Χ.





ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ Α.Ε. ΜΗ ΕΙΣΗΓΜΕΝΩΝ ΣΤΟ Χ.Α.Α. (μέρος 1ο)

Η μεταβίβαση ονομαστικών μετοχών ανώνυμης εταιρείας (μη εισηγμένης στο Χ.Α.Α.) σε τρίτο/ους είναι θέμα που απασχολεί πολλούς συναδέλφους, αφού η συνήθης πολυνομία δημιουργεί προβλήματα σχετικά με τον τρόπο μεταβίβασης. Κάποια υποδείγματα ίσως φανούν χρήσιμα σε συναδέλφους που θα τους απασχολήσει το σχετικό θέμα. Αρχικά, παραθέτω το άριστο σκεπτικό μιας πολύ καλής απόφασης (ΠΠρΙωανν 65/2008), που νομίζω ότι λύνει διαχρονικά, τόσο ως προς αυτή ταύτη τη μεταβίβαση, όσο και σχετικά με τα ισχύοντα με τους φορολογικούς νόμους, το ζήτημα. Στην συνέχεια θα ακολουθήσουν (σε συνέχειες) τα σχετικά υποδείγματα, που αφορούν μεταβίβαση ονομαστικών μετοχών με έγγραφο τύπο:
ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΠΡ ΙΩΑΝΝ 65/2008
Σύμφωνα με το άρθρο 68 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923, οι μετοχές ανώνυμων εταιριών μπορούν να εκδίδονται είτε ως ανώνυμες είτε ως ονομαστικές. Οι ανώνυμες κατατάσσονται στην κατηγορία των ανώνυμων αξιόγραφων, που απαριθμούνται περιοριστικά στο παραπάνω άρθρο 68, για τα οποία πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Κατ` αρχήν εκδίδονται υπέρ του κομιστή και μεταβιβάζονται όπως τα κινητά, με συμφωνία και παράδοση του τίτλου, στην οποία δεν κατονομάζεται ο δικαιούχος και τo δικαίωμα μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που κάθε φορά είναι κομιστής. Εδώ παρατηρείται ότι το κανονικό δικαίωμα - συμμετοχικό στην περίπτωση των μετοχών ανωνύμου εταιρείας που περιγράφεται στο έγγραφο, είναι απόλυτα συνδεδεμένο με τον τίτλο, σε τέτοιο βαθμό ώστε να επέρχεται ενσωμάτωση ενοχικού δικαιώματος και έγγραφου. Συνέπεια αυτού είναι κάθε μεταβίβαση του εγγράφου να σημαίνει και μεταβίβαση της απαίτησης που ενσωματώνει. Η μεταβίβαση, δε, του εγγράφου, αφού πρόκειται για κινητό πράγμα, διέπεται από το άρθρο 1034 ΑΚ ήτοι συντελείται με συμφωνία και παράδοση, εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1110 ΑΚ, ο κάτοχος του εγγράφου θεωρείται νόμιμος κομιστής και κατά συνέπεια δικαιούχος της απαίτησης.
Προκειμένου, μάλιστα, να ασκήσει το δικαίωμα του ο κομιστής δεν υποχρεούται να αποδείξει την ουσιαστική του νομιμοποίηση, καθώς ο οφειλέτης είναι εκείνος που αν αμφισβητήσει το δικαίωμα του κατόχου θα πρέπει ο ίδιος να αποδείξει την έλλειψη της (ουσιαστικής νομιμοποίησης). Πρόκειται, δηλαδή, για φαινόμενο δικαίου, που δημιουργεί η κατοχή του εγγράφου, εξάλλου, τα ονομαστικά αξιόγραφα (ή καταχρηστικά αξιόγραφα) είναι εκείνα στα οποία η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να γίνει από το πρόσωπο που κατονομάζεται στο έγγραφο. Ο ονομαστικά προσδιοριζόμενος δικαιούχος στερείται της δυνατότητας να υποδείξει με το έγγραφο άλλο πρόσωπο ως φορέα του δικαιώματος. Η έλλειψη της δυνατότητας αυτής, όμως, δεν έχει την έννοια ότι το αξιογραφικό δικαίωμα είναι αμεταβίβαστο. Αντίθετα, είναι δυνατή η μεταβίβαση του μόνο που αυτή μπορεί να γίνει αποκλειστικά κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, δηλαδή με εκχώρηση (άρθρα 455 επ. ΑΚ). Όμως επίσης λόγω του αξιογραφικού χαρακτήρα του δικαιώματος, ο νέος δικαιούχος, για να μπορέσει να το ασκήσει, θα πρέπει να κατέχει και το έγγραφο. Κατά συνέπεια. εκτός από τη μεταβίβαση του δικαιώματος θα πρέπει να επέλθει και μεταβίβαση του τίτλου, η οποία και σε αυτήν την περίπτωση, όπως στα ανώνυμα αξιόγραφα, θα ακολουθήσει τους κανόνας του εμπράγματου δικαίου για τη μεταβίβαση της κυριότητας των κινητών πραγμάτων (άρθρα 1034 επ. ΑΚ). Ειδικότερα, στο έγγραφο των μετοχών των ανωνύμων εταιρειών που δεν έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) ενσωματώνονται, κατά το γνωστό ιδιόρρυθμο τρόπο για τον οποίο ο λόγος έγινε παραπάνω, το συμμετοχικό δικαίωμα. Και στις μεν ονομαστικές μετοχές ο δεσμός αυτός είναι χαλαρότερος, στις ανώνυμες όμως είναι περισσότερο στενός, σε βαθμό που το συμμετοχικό δικαίωμα να είναι κυκλοφοριακά (τόσο ως προς τη μεταβίβαση του όσο και ως προς τη νομιμοποίηση του κατόχου του τίτλου) πλήρως υποταγμένο στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας του εγγράφου. Ακριβώς η παραπάνω νομική φύση της μετοχής, μέχρι πρόσφατα, καθόριζε και τον τρόπο διακίνησης της.
Συγκεκριμένα για τη μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών, οι κανόνες που έπρεπε να τηρηθούν εναρμονίζονταν με την (καταχρηστική) αξιογραφική τους φύση. Δηλαδή, κατ’ αρχήν απαιτούνταν σύμβαση ανάμεσα στο μεταβιβάζοντα και στον αποκτώντα. Όμως, ο συμμετοχικός χαρακτήρας του δικαιώματος που αναφέρεται στη μετοχή και η αναγραφή στον τίτλο ονομαστικά του μετόχου, επέβαλλαν την τήρηση και άλλων διατυπώσεων, που, πάντως, καθορίζονταν από τον νόμο περί ανώνυμων εταιριών. Έτσι, απαιτούνταν (άρθρο 8(3` § Ι Ν. 2190/1920, όπως ίσχυε πριν το Ν. 3604/2007) να γραφεί η συμβατική αυτή μεταβίβαση στο βιβλίο μετόχων που τηρεί η εταιρία, όπως ειδικότερα ορίζει η ίδια διάταξη. Αφού ολοκληρώνονταν οι απαιτούμενες διατυπώσεις, η εταιρία εξέδιδε νέο έγγραφο μετοχής στο όνομα του νέου μετόχου, ή σημείωνε στο παλιό την αλλαγή στο πρόσωπο του μετόχου. Η κατοχή του εγγράφου επιτελούσε νομιμοποιητική λειτουργία απέναντι στην εταιρία, με την προϋπόθεση βέβαια ότι ο κάτοχος ήταν το πρόσωπο εκείνο που αναγραφόταν στο έγγραφο της μετοχής και, κυρίως, ότι ήταν το πρόσωπο που αναγραφόταν στο βιβλίο της εταιρίας. Ανάμεσα στους συμβαλλόμενους η μεταβίβαση επερχόταν με την ολοκλήρωση της εμπράγματης σύμβασης, δηλαδή με την παράδοση των εγγράφων των μετοχών στον αγοραστή (άρθρο 1034 ΑΚ). Εξάλλου οι ανώνυμες μετοχές, μεταβιβάζονταν όπως όλα τα ανώνυμα αξιόγραφα, δηλαδή με συμφωνία και παράδοση του τίτλου, χωρίς οποιαδήποτε άλλη διατύπωση, ενώ η κατοχή του τίτλου ήταν και το αποκλειστικό μέσο νομιμοποίησης του μετόχου, αφού η ανωνυμία της μετοχής δημιουργούσε στις συναλλαγές φαινόμενο δικαίου υπέρ του κατόχου (άρθρα 888 επ. ΑΚ). Εντούτοις, με τo άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 2459/1997 "κατάργηση φορολογικών απαλλαγών και άλλες διατάξεις", προστέθηκε στο άρθρο 79 του Ν. 2238/1994 "Κώδικας Φορολογία Εισοδήματος" η § 4 κατά την οποία ορίζεται ότι "Η μεταβίβαση εν ζωή ή λόγω θανάτου ονομαστικών ή ανώνυμων μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών πραγματοποιείται αποκλειστικώς με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο θεωρημένο από τον προϊστάμενο της οικείας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας. Απόκτηση τέτοιων μετοχών κατά παράβαση της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται άκυρη και δεν παράγει κανένα έννομο δικαίωμα υπέρ αυτού που αποκτά, όπως το δικαίωμα είσπραξης μερίσματος, συμμετοχής στις γενικές συνελεύσεις, μεταβίβασης των μετοχών αυτών κτλ. Τα παραπάνω εφαρμόζονται ανάλογα και όταν αυτός που μεταβιβάζει τις εν λόγω μετοχές δεν είναι φυσικό πρόσωπο. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου, καθώς και οι περιπτώσεις που η πιο πάνω μεταβίβαση μπορεί να γίνει και με άλλο τρόπο". Με την § 4 του ίδιου άρθρου (15 του Ν. 2459/1997) ορίζεται ότι: "Κάθε άλλη διάταξη, γενική η ειδική, που αντίκειται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου παύει να ισχύει". Από το περιεχόμενο της ανωτέρω διάταξης, σε συνδυασμό και με όσα προεκτέθηκαν, συνάγεται ότι αυτή έρχεται σε σύγκρουση με θεμελιώδεις διατάξεις τόσο του δικαίου των αξιόγραφων όσο και του ΑΚ. Κατ` αρχήν επέρχεται ονομαστικοποίηση των ανωνύμων μετοχών και πλήττεται η νομιμοποιητική λειτουργία τους, δηλαδή, η δυνατότητα που έχει ο κάτοχος τους να αποδεικνύει ότι είναι μέτοχος με μόνη την προσκόμιση του τίτλου (άρθρα 888 επ. και 1110 ΑΚ). Πράγματι, χωρίς την προσκόμιση του θεωρημένου ιδιωτικού συμφωνητικού ή του συμβολαιογραφικού εγγράφου, η εταιρία θα μπορεί να αρνείται στον κάτοχο του τίτλου την άσκηση των δικαιωμάτων του, επικαλούμενη ότι δεν έχει αποκτήσει νομίμως την ιδιότητα του μετόχου. Εξάλλου αναφορικά με τις ονομαστικές μετοχές, και ενόψει των όσων ορίζονται με το άρθρο 15§4 του Ν. 2459/1997 (βλ. ανωτέρω), δημιουργείται η εύλογη αμφιβολία αν για τη νομιμοποίηση του κατόχου των σχετικών τίτλων, απέναντι στην εταιρεία, απαιτείται πλέον και εγγραφή της μεταβίβασης στο βιβλίο μετόχων. Περαιτέρω, το άρθρο 15 του Ν. 2459/1997 βρίσκεται σε αντίθεση και με τα όσα ισχύουν σήμερα στο κληρονομικό δίκαιο και ειδικότερα στη μεταβίβαση μετοχών αιτία θανάτου. Σύμφωνα με το άρθρο 1710 ΑΚ "Κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομιά) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι). Η κληρονομική διαδοχή από το νόμο επέρχεται όταν δεν υπάρχει διαθήκη, ή όταν η διαδοχή από διαθήκη ματαιωθεί ολικά ή μερικά, ενώ κατά το άρθρο 1 846 ΑΚ "Ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1198". Επομένως, η καθιέρωση του έγγραφου τύπου ανατρέπει το παραπάνω σύστημα κληρονομικής διαδοχής, αφού δεν είναι δυνατή η εξάρτηση του κύρους της μεταβίβασης από την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης μεταξύ κληρονομουμένου και κληρονόμου. Άλλως θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι στις προθέσεις του νομοθέτη ήταν και η κατάργηση της ες αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής (άρθρα 1710 και 1813 επ. ΑΚ.) ή η θέσπιση διατυπώσεων για την μεταβίβαση μετοχών αιτία θανάτου ανάλογων με εκείνες των άρθρων 1198 και 1199 ΑΚ. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι αντιστοίχου περιεχομένου διάταξη συναντάται και στο άρθρο 8 §16 του Ν. 1882/1990, όπου ορίζεται ότι "Συμφωνητικά που καταρτίζονται μεταξύ επιτηδευματιών ή τρίτων για οποιανδήποτε συναλλαγή θεωρούνται μέσα σε δέκα (10) ημέρες από της ημερομηνίας καταρτίσεως και υπογραφής από την αρμόδια ΔΟΥ, άλλοις είναι ανίσχυρα και δεν έχουν κανένα έννομο αποτέλεσμα. Κατ` εξαίρεση, δεν θεωρούνται τα συμφωνητικά του προηγούμενου εδαφίου που καταρτίζονται από επιτηδευματίες ή τρίτους με το Δημόσιο, τις Τράπεζες, τους Οργανισμούς, τις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τους δήμους και τις κοινότητες, τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, τις επιχειρήσεις που εκδίδουν κάρτες συναλλαγών και τις εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης του ν. 1665/1986". Κρίθηκε, λοιπόν, ότι σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου είναι η περιστολή της φοροδιαφυγής και η σύλληψη της φορολογητέας ύλης και ότι η θεσπιζόμενη για την παράβαση του (άρθρου) κύρωση, παρά τη γενικότητα με την οποία διατυπώνεται, θα πρέπει να περιοριστεί σε μόνα τα συμφωνητικά που αφορούν συναλλαγές ανάμεσα σε επιτηδευματίες ή ανάμεσα σε αυτούς και τρίτους, από τις οποίες πηγάζουν φορολογητέα εισοδήματα των επιτηδευματιών τούτων και μόνο έναντι της φορολογικής αρχής, χωρίς η ακυρότητα να επεκτείνεται μεταξύ των συμβαλλομένων (ΑΠ 90/2005 ΕλΔικ 2005/1486, ΑΠ 761/2001 ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1698/2001 ΔΕΕ 2002/334).
Από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, είναι προφανές ότι ο νομοθέτης, με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Ν. 2459/1997, δε θέλησε ν` ανατρέψει το ισχύον σύστημα μεταβίβασης των μετοχών των ανωνύμων εταιρειών που δεν έχουν εισαχθεί στο ΧΑΑ, είτε πρόκειται για δικαιοπραξία εν ζωή είτε αιτία θανάτου, και να προκαλέσει αβεβαιότητα στις εμπορικές συναλλαγές, αλλά απέβλεπε, όπως και με το άρθρο 8 §16 του Ν. 1882/1990, σε καθαρά φορολογικούς σκοπούς (ΕφΑθ 224/2007 ΔΙΚΗ. 2007/684). Τούτο συνάγεται σαφώς από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη διάταξη (άρθρο 15 του Ν. 2459/1997) δεν ποιείται καμίας αναφοράς στο Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιρειών", αλλά έχει ενταχθεί σε ένα νομοσχέδιο που επιδιώκει αμιγείς φορολογικούς σκοπούς (βλ. εισηγητική έκθεση του Ν. 2459/1997), και επιφέρει μεταβολές στο άρθρο 79 του Ν. 2238/1994 "Κώδικας Φορολογία Εισοδήματος". Επομένως, η μη τήρηση του εγγράφου τύπου, που απαιτεί το άρθρο 79 του Ν. 2238/1994, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της μεταβίβασης των μετοχών των ανωνύμων εταιρειών που δεν έχουν εισαχθεί στο ΧΑΑ αλλά οι όποιες προβλεπόμενες κυρώσεις αναφέρονται στις σχέσεις του φορολογουμένου με τη φορολογούσα αρχή (επιβολή προστίμων κτλ) (βλ. για όλα τα ανωτέρω [ι] "Η μεταβίβαση των μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο μετοχών ανωνύμων εταιρειών και η φορολογία της υπεραξίας τους με βάση τις διατάξεις του Ν. 2459/1997. ΔΕΕ 1999/485, |ιι| "Η μεταβίβαση των μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο μετοχών ανωνύμων εταιρειών. Ο τύπος της μεταβίβασης", Αρμεν. 2001/152, [ιιι] (Ο έγγραφος τύπος για τη μεταβίβαση μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετοχών (άρθρο 79 §4 Ν. 2238/1994)", ΧρΤδΔικ 2001/635, [ιν] Ν. Βερβεσού "Το Δίκαιο των Ανωνύμων Εταιρειών", έκδοση Β’ τόμος 2, τεύχος Α`, σελ. 338, επ.).

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

ΠΟΙΝΙΚΟ-ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ-ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ-ΕΚΠΡΟΘ.ΕΦΕΣΗ-ΑίτΑναστΕκτ(497§7)

ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟ ……….
ΔΙΑ ΤΟΥ Κ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ………….
Α Ι Τ Η Σ Η
Ά…….. Α…….. του Ι…… και της Ε….., επιχειρηματίου, που γεννήθηκα στη ………… το ………, κατοικώ στ.. …………, ……………….. 20, ……….., κάτοχος του με αριθμό …………. δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, που εκδόθηκε στις ……………… από το … Τ.Α. ………….., με ΑΦΜ ………… της ….. Δ.Ο.Υ. ………………...
___________________________________

Με την υπ’ αριθμό ………/………….. απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ……………….. καταδικάσθηκα για παράβαση του νόμου ……………………… σε ποινή φυλάκισης … μηνών και σε χρηματική ποινή ………….. €.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως άσκησα την με αριθμό ………/ ………. εκπρόθεσμη έφεσή μου, η οποία πρόκειται να εκδικασθεί ενώπιον του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ……………… στ.. ………………...
Παρακαλώ όπως εισάγετε την παρούσα ενώπιον του Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ……………, για να αποφανθεί αυτό για την ανασταλτική δύναμη του ενδίκου μέσου της έφεσης κατά της ανωτέρω αποφάσεως, μέχρις εκδικάσεως της εφέσεως κατ’ αυτής.
ΕΠΕΙΔΗ άσκησα την ανωτέρω έφεση εκπροθέσμως για τους εξής λόγους:
1) Διότι μόλις χθες (………..) έμαθα την ύπαρξη της ανωτέρω αποφάσεως.
2) Διότι τόσο το κλητήριο θέσπισμα όσο και η απόφαση επιδόθηκε στην διεύθυνση ....................., όπου αφού αναζητήθηκα δεν βρέθηκα και η απόφαση επιδόθηκε, τελικώς, στον Δήμαρχο …………, ως πρόσωπο με άγνωστη διαμονή. Στην διεύθυνση, όμως, …………., όχι στο Δήμο ……….., αλλά εδώ στο Δήμο ………… και μάλιστα στο κέντρο της πόλης, είναι η πατρική μου κατοικία, στην οποία ουδέποτε αναζητήθηκα, χωρίς, βεβαίως, να γνωρίζω γιατί και από πού ο μηνυτής μου απεφάνθη ότι η κατοικία μου βρίσκεται στο Δήμο ……….. και όχι στο Δήμο ……………. και δη στο κέντρο αυτού και μάλιστα απέναντι από το Αστυνομικό Τμήμα ………………………….
3) Διότι ουδέποτε υπήρξα άγνωστης διαμονής, η δε διευθύνσεις μου τόσο της κατοικίας μου (…………. 20 ……………..), όσο και του πατέρα μου (…………, Δήμος ………..), όσο και η επαγγελματική μου στέγη (……………………..), ήταν γνωστές, όπως προκύπτει από την κατάθεση του ίδιου του αστυνομικού, αλλά ουδέποτε αναζητήθηκα σ’ αυτές, αλλά σε μία άγνωστη διεύθυνση σε Δήμο που ουδέποτε διέμενα.
4) Διότι στο ιστορικό της μήνυσης του αστυνομικού εις βάρος μου αναφέρεται και η επαγγελματική διεύθυνση μου (……………………...), στην οποία δεν αναζητήθηκα.
5) Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα (φορολογικές δηλώσεις, εκκαθαριστικά σημειώματα κλπ), προκύπτει η σταθερή, μόνιμη και γνωστή σε όλους διεύθυνσή μου.
ΕΠΕΙΔΗ κατά το 472 ΚΠΔ υπάρχει δισταγμός ή αμφισβήτηση σχετικά με την εκτελεστότητα της ανωτέρω αποφάσεως και δη ενόψει του ότι άσκησα αυτήν εμπροθέσμως ως μηδέποτε κοινοποιηθείσα νομίμως σε μένα, άλλως στο πρόσωπό μου συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, δηλαδή δεν είμαι ιδιαίτερα επικίνδυνη ή υπότροπη ή ύποπτη φυγής και δεν αποδεικνύεται ότι υπάρχει βάσιμος φόβος πως θα τελέσω νέες αξιόποινες πράξεις και η έκτιση της ποινής μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της εφέσεως θα έχει σαν συνέπεια υπέρμετρη βλάβη για μένα και την οικογένειά μου, αφού δεν διαθέτω αυτή τη στιγμή ικανά εισοδήματα για να εξαγοράσω την ποινή μου (497 § 7).
ΕΠΕΙΔΗ παραιτούμαι από οποιαδήποτε προθεσμία κλητεύσεως, αλλά και από αυτήν την ίδια την κλήτευσή μου, που αφορά την παρούσα αίτηση.
ΕΠΕΙΔΗ η παρούσα είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθινή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΑΡΑΚΑΛΩ να διατάξετε την αναστολή εκτέλεσης της με αριθμό ………./……….. απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου …………, μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της ασκηθείσας κατ’ αυτής έφεσης.
…………….14.07………..
Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος

ΠΟΙΝΙΚΟ-ΠΑΡΟΧΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (82 § 6 ΠΚ)

ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟ …………………
ΔΙΑ ΤΟΥ Κ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ …………..
ΑΙΤΗΣΗ
(Μετατροπής περιοριστικής της ελευθερίας ποινής, που έχει μετατραπεί σε χρηματική ποινή, σε περαιτέρω μετατροπή σε παροχή κοινωνικής εργασίας – άρθρο 82 § 6 ΠΚ)

Στ……. Τ……… του Ι……, κατοίκου …………, …………. 68 (περιοχή ……….).
_______________________________
Με την με αριθμό ……../……… απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ……….., συγχωνεύτηκαν με καθορισμό της εκτιτέας συνολικής ποινής οι σε εκείνη την απόφαση αναφερόμενες επί μέρους ποινές αποφάσεων, σε συνολική ποινή εννέα (9) ετών και ενός (1) μηνός.
Ως βάση υπολογισμού της συγχώνευσης, ελήφθη η βαρυτέρα των υπολοίπων, δηλαδή η με αριθμό ………/……….. απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ..........., με την οποία μου είχε επιβληθεί φυλάκιση τριών (3) ετών για κάθε μία από τις δύο πράξεις και συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών με επαύξηση της πρώτης ισοβαρούς ποινής των τριών (3) ετών της πρώτης πράξης κατά ένα (1) έτος από την ισοβαρή φυλάκιση της δεύτερης πράξης.
Η ανωτέρω ποινή των τεσσάρων (4) ετών μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 5,00 € ημερησίως, με την με αριθμό ………/……… απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης (που προσκομίζω και επικαλούμαι), κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 §§ 1 και 2 του Ν 3.727/2008, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 §§ 2 και 3 του Ν 3.772/2009.
Ήδη με την παρούσα και κατ’ άρθρο 82 § 6 ΠΚ, ζητώ την μετατροπή της περιοριστικής της ελευθερίας συνολικής ποινής της με αριθμό ……./……… απόφασης (9 έτη και 1 μήνας), που έχει μετατραπεί σε χρηματική ποινή, σε περαιτέρω μετατροπή σε παροχή κοινωνικής εργασίας και μάλιστα για τους ακόλουθους λόγους:
1) Είμαι παντελώς πτωχός, χωρίς να μπορώ με ίδιες δυνάμεις να καταβάλω την χρηματική ποινή προς εξαγορά της στερητικής της ελευθερίας ποινή (όπως προκύπτει από τις σχετικές φορολογικές μου δηλώσεις).
2) Είναι απαραίτητο να αφεθώ ελεύθερος, ώστε να εργάζομαι τις υπόλοιπες ώρες (πέραν των ωρών της παροχής κοινωνικής εργασίας), ώστε να δυνηθώ να ανταπεξέλθω στις οικονομικές ανάγκες τις δικές μου και της οικογένειάς μου.
3) Ο Δήμος ……………. και ειδικότερα η Διεύθυνση Πρασίνου του Δήμου δέχεται την προσφορά εργασίας μου με την ειδικότητα του εργάτη (όπως προκύπτει από το σχετικό έγγραφο που προσκομίζω και επικαλούμαι).

ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
1.- Σύμφωνα με το άρθρο 82 § 6 η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από ένα μήνα και έχει μετατραπεί σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο μετατρέπεται περαιτέρω σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, αν το ζητεί ή το αποδέχεται εκείνος που καταδικάσθηκε και εφόσον η παροχή τέτοιας εργασίας από το συγκεκριμένο καταδικασμένο είναι εφικτή. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη, και δεν υπερβαίνει τα τρία μπορεί να μετατρέπεται σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, αν το ζητεί ή το αποδέχεται εκείνος που καταδικάσθηκε και εφόσον η παροχή τέτοιας εργασίας από το συγκεκριμένο καταδικασμένο είναι εφικτή.
2.- Σύμφωνα με προσθήκη στην ανωτέρω παράγραφο με το άρθρ.16 παρ.4 Ν.3727/2008, για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, στην περίπτωση καθορισμού συνολικής ποινής, αρκεί η βαρύτερη ποινή φυλάκισης να μην υπερβαίνει τα τρία έτη.
3.- Σύμφωνα με την πάγια ισχύουσα νομολογία κατά τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 97 ΠΚ, επί πραγματικής συρροής εγκλημάτων επιβάλλεται μία συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από την επαύξηση της βαρύτερης από τις ποινές που συρρέουν κατά το λόγο των υπολοίπων επί μέρους συρρεουσών ποινών. Οι ποινές αυτές που συρρέουν διατηρούν την νομική αυτοτέλειά τους και μετά τον καθορισμό της συνολικής και δεν απορροφώνται απ΄ αυτήν (βλέπετε ΑΠ 63/2006 ΠΟΙΝΧΡ 2006/696 και ΑΠ 415/2006 Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, που προσκομίζω και επικαλούμαι).
4.- Στην υπό κρίση αίτηση, προκύπτει σαφέστατα ότι η συνολική ποινή των 9 ετών και 1 μηνός αποτελείται από ποινές που αφορούν δύο συγχωνευμένες ποινές: Η πρώτη συγχωνευμένη ποινή είναι αυτή της ποινής βάσης (στερητική της ελευθερίας ποινής 3 έτη για την πρώτη πράξη και 3 έτη για την δεύτερη πράξη και κατά συγχώνευση 4 έτη), ενώ οι επόμενες ποινές συγχωνεύονται σ’ αυτήν, χωρίς περαιτέρω συγχωνεύσεις η κάθε μία.
Συνεπώς, σύμφωνα με την νεοεισαχθείσα (2008) προσθήκη στο άρθρο 82 § 6 ΠΚ, στην περίπτωση καθορισμού συνολικής ποινής, αρκεί η βαρύτερη ποινή φυλάκισης να μην υπερβαίνει τα τρία έτη, όπως ακριβώς ισχύει στην υπό κρίση αίτησή μου. Έτσι, εάν η βαρύτερη ποινή είναι μεγαλύτερη των 3 ετών, αλλά αποτελείται από μία συνολική ποινή στην οποία συγχωνεύτηκαν ποινές τριών (3) ετών ή και μικρότερες, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι η συνολική ποινή, αλλά οι μερικότερες, που κατά την πάγια νομολογία του ΑΠ διατηρούν την νομική αυτοτέλειά τους και μετά τον καθορισμό της συνολικής εκτιτέας ποινής.
5.- Συνεπώς, στην υπό κρίση αίτηση συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 82 § 6.
ΕΠΕΙΔΗ με την παρούσα παραιτούμαι από τις προθεσμίες κλητεύσεως, αλλά και από αυτήν την ίδια την κλήτευσή μου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΖΗΤΩ: Να γίνει δεκτή η αίτησή μου. Να μετατραπεί περαιτέρω σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας η συνολική εκτιτέα ποινή των 9 ετών και 1 μηνός, που μου επιβλήθηκε με την με αριθμό 34.869/08.09.2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ...............
…………… ………………
Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

ΠΟΙΝΙΚΟ-ΑΠΕΛΑΣΗ-ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ-565 ΚΠΔ

ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟ …………………
ΔΙΑ ΤΟΥ Κ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ …………………..
ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ (565 ΚΠΔ)
Ο. (O.) συζύγου Β. Γ., το γένος Μ. (M) Π. (P.) και Λ. (L.) Μ. (M.), κατοίκου …………….., Τ……. 3, κατόχου του με αριθμό …. 1……../00.00.00 Διαβατηρίου ……………………...
____________________________________________
Με την με αριθμό ……../0000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ……………., όπως προκύπτει από τη σχετική απόφαση που προσκομίζω και επικαλούμαι («1»), καταδικάσθηκα ερήμην σε ποινή φυλάκισης 30 ημερών, χρηματική ποινή 50.000 δραχμών για παράβαση του άρθρου 33 § 7 α’, γ’ του Ν. 1975/1991, δηλαδή για εργασία χωρίς την σχετική άδεια εργασίας και με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης της ποινής και η απέλασή μου από την χώρα.
Η ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση ουδέποτε εκτελέστηκε, αλλά εγώ ανεχώρησα οικειοθελώς στην πατρίδα μου ………………….
Στις 00.00.0000 παντρεύτηκα στο ………….. της ………….. με πολιτικό γάμο τον Έλληνα υπήκοο Β. Γ., όπως προκύπτει από το σχετικό πιστοποιητικό που προσκομίζω και επικαλούμαι («2»), γάμος ο οποίος δηλώθηκε στο Ειδικό Ληξιαρχείο Αθηνών στις 00.00.00, όπως προκύπτει από το σχετικό πιστοποιητικό που προσκομίζω και επικαλούμαι («3»).
Στη συνέχεια, μετά από αίτησή μου προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης – Διεύθυνση Απονομής Χάριτος και Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας – Τμήμα Ειδικών Ποινικών Υποθέσεων, με την οποία ζητούσα να μου δοθεί η δυνατότητα επανόδου μου στη χώρα προκειμένου να συμβιώσω με τον σύζυγό μου, εκδόθηκε η με αριθμό πρωτ. 00000 υπόθ. 000/00.00.0000 απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με την οποία μου επετράπη να επιστρέψω στην Ελλάδα και να παραμείνω για διάστημα δύο ετών, όπως προκύπτει από τη σχετική απόφαση που προσκομίζω και επικαλούμαι («4»).
Μετά από νέα αίτησή μου προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης – Διεύθυνση Απονομής Χάριτος και Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας – Τμήμα Ειδικών Ποινικών Υποθέσεων, με την οποία ζητούσα να παραταθεί η δυνατότητα επανόδου μου στη χώρα προκειμένου να συμβιώσω με τον σύζυγό μου, εκδόθηκε η με αριθμό πρωτ. 000000 υπόθ. 000/00.00.0000 απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με την οποία παρετάθη το δικαίωμά μου παραμονής στην Ελλάδα για διάστημα άλλων δύο ετών, όπως προκύπτει από τη σχετική απόφαση που προσκομίζω και επικαλούμαι («5»).
Τέλος, μετά από νέα αίτησή μου προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης – Διεύθυνση Απονομής Χάριτος και Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας – Τμήμα Ειδικών Ποινικών Υποθέσεων, με την οποία ζητούσα να παραταθεί η δυνατότητα επανόδου μου στη χώρα προκειμένου να συμβιώσω με τον σύζυγό μου, εκδόθηκε η με αριθμό πρωτ. 0000000 υπόθ. 000/00.00.0000 απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με την οποία παρετάθη το δικαίωμά μου παραμονής στην Ελλάδα για διάστημα ακόμη τριών ετών, όπως προκύπτει από τη σχετική απόφαση που προσκομίζω και επικαλούμαι («6»).
Κατ΄ έτος 2003, εκδόθηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών …………….. το με αριθμό πρωτ. 000/00.00.0000 έγγραφο, με το οποίο ζητούσε η Εισαγγελία Πρωτοδικών από την Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών ……………….. και σε εκτέλεση της προαναφερθείσας απόφασης (0000/0000) την απέλασή μου από την Ελλάδα, όπως προκύπτει από το έγγραφο που προσκομίζω και επικαλούμαι («6 Α»). Η απέλασή μου αυτή ουδέποτε πραγματοποιήθηκε, αφού υπήρχαν τα ανωτέρω έγγραφα του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Συγχρόνως, καθ’ όλη τη διάρκεια παραμονής μου στην Ελλάδα, λάμβανα κανονικά άδειες διαμονής, σύμφωνα με τον νόμο και έτσι έλαβα από τις αρμόδιες αρχές τις εξής άδειες διαμονής που προσκομίζω και επικαλούμαι:
α) Άδεια διαμονής 00.00.0000 («7»)
β) Άδεια διαμονής, ως σύζυγος Έλληνα (βινιέτα στο διαβατήριό μου GR 000000) διάρκειας από 00.00.0000 έως 00.00.0000 («8»)
γ) Άδεια διαμονής, ως σύζυγος Έλληνα (βινιέτα στο διαβατήριό μου GR 00000000) διάρκειας από 00.00.0000 έως 00.00.0000 («9»)
δ) Άδεια διαμονής, ως σύζυγος Έλληνα (βινιέτα στο διαβατήριό μου GR 0000000) διάρκειας από 00.00.0000 έως 00.00.0000 («10»).
Κατά την διάρκεια της διαμονής μου στην Ελλάδα, παρακολούθησα το Σχολείο Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Πανεπιστήμιου ……….. και στις εξετάσεις επάρκειας για την ελληνική γλώσσα έλαβα βαθμό 10 (άριστα) και τη δυνατότητα να παρακολουθήσω πανεπιστημιακά μαθήματα, ενώ συγχρόνως, μετά από εξετάσεις του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, έλαβα το Πιστοποιητικό Ελληνομάθειας με επίδοση «λίαν καλώς» όπως προκύπτει από τα πιστοποιητικά που προσκομίζω («11» και «12»).
Συγχρόνως τον Οκτώβριο 0000 ενεγράφην στο ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ……………. – ΤΜΗΜΑ ………………… ΣΠΟΥΔΩΝ, και μετά από κανονικές σπουδές αξιώθηκα του πτυχίου με βαθμό «Λίαν Καλώς», όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο έγγραφο («13»).
Ήδη από την ημερομηνία γάμου μου και μετά είμαι γραμμένη, ως σύζυγος Έλληνα πολίτη, στο Δημοτολόγιο του Δήμου ……….., όπως προκύπτει από το σχετικό Πιστοποιητικό του Δήμου, που προσκομίζω και επικαλούμαι («14»).
Τέλος, στις 00.00.0000 γέννησα εδώ στ. ………… το αβάπτιστο ακόμη θήλυ τέκνο μας με το επώνυμο «Γ.», το οποίο ενεγράφη και αυτό στα σχετικά δημοτολόγια του Δήμου ……….., όπως προκύπτει από το παραπάνω Πιστοποιητικό Γέννησης του Δήμου ……….. («14»), αλλά και από το Πιστοποιητικό Οικογενειακής Κατάστασης του Δήμου …………, όπου ενεγράφη στην μερίδα μας, που προσκομίζω και επικαλούμαι («15»).
Όλα αυτά τα έτη νόμιμης διαμονής μου στην Ελλάδα, εργάστηκα, έχοντας αποκτήσει ΑΦΜ, υπέβαλα σχετικές δηλώσεις φόρου εισοδήματος, όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά που προσκομίζω και επικαλούμαι.
Από όλα τα παραπάνω σαφέστατα προκύπτει ότι δεν είμαι επικίνδυνη για την ημεδαπή δημόσια τάξη, αλλά αντίθετα έχω ενταχθεί πλήρως στην ελληνική κοινωνία, είμαι σύζυγος έλληνα πολίτη, μητέρα έλληνα πολίτη, μου έχουν χορηγηθεί επανειλημμένα ισχύουσες άδειες διαμονής, έχω ήδη ελληνική παιδεία και δεν έχω απασχολήσει ουδέποτε τις δικαστικές αρχές έκτοτε.
Συγχρόνως, το μέτρο ασφαλείας της απέλασής μου κατ’ άρθρο 75 § 1 ΠΚ έχει παραγραφεί και το Δικαστήριό Σας έχει τη δυνατότητα να διατάξει την μη εκτέλεση του συγκεκριμένου μέτρου ασφαλείας.
ΕΠΕΙΔΗ για τη συζήτηση της παρούσας παραιτούμαι από την προθεσμία κλητεύσεώς μου και από αυτήν την ίδια την κλήτευση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΖΗΤΩ: Να γίνουν δεκτές οι αντιρρήσεις μου κατά του μέτρου ασφαλείας της απέλασής μου, που μου επιβλήθηκε με την με αριθμό 0000/0000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και να κρίνει το Δικαστήριό Σας ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το συγκεκριμένο μέτρο ασφαλείας σε βάρος μου.
……………. 00.00.0000
Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

ΠΟΙΝΙΚΟ-ΕΓΚΛΗΣΗ ΑΠΟ Α.Ε. ΜΕ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΣΕ ΕΞΩΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ (Δικηγόρο κλπ)-ΓΝΗΣΙΟ ΤΩΝ ΥΠΟΓΡΑΦΩΝ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ Δ.Σ.

..' …..ΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟ ……………
ΔΙΚΑΣΙΜΟΣ: 00.00.0000
ΑΡ. ΠΙΝ.: …
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: ……………………….


ΕΝΣΤΑΣΗ, ΑΛΛΩΣ ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 1 και 2 του νόμου 5960/1933 «περί επιταγής», όπως αυτό ισχύει σήμερα, εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα προς πληρωτή στον οποίο δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής και της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, αν δε ο υπαίτιος μετέρχεται την πράξη κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι επικίνδυνος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από έγκληση του παθόντος.
Σε σχέση με την υποβολή της έγκλησης αυτής, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ’ ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης.
Εξάλλου, από τις αλληλοσυμπληρούμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1,2 και 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920, «Περί Ανωνύμων Εταιρειών», όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως από το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο ενεργεί συλλογικά, επιτρέπεται όμως να μεταβιβάσει το δικαίωμα οργανικής εκπροσώπησης της εταιρείας, δικαστικώς ή εξωδίκως, σε μέλη αυτού ή σε τρίτα πρόσωπα, που ορίζονται από το καταστατικό. Στην περίπτωση αυτή, ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάστηκε το εν λόγω δικαίωμα, είναι υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου και ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης της ανώνυμης εταιρείας. Η υποκατάσταση αυτή διαφέρει από τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 211 επ. και 713 επ. ΑΚ σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής, διότι ο πληρεξούσιος και ο εντολοδόχος της ανώνυμης εταιρείας που διορίζονται για τη διεκπεραίωση ορισμένων υποθέσεων στο όνομα αυτής, δεν είναι όργανα διοίκησης, αλλά ενεργούν, ως απλοί αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίστηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας ή από τα υποκατάστατα αυτού όργανα, των οποίων (πράξεων) η εκτέλεση μόνο ανατέθηκε σε αυτούς. Επομένως, αν το Διοικητικό Συμβούλιο ανέθεσε σε τρίτο την εντολή και του χορήγησε την πληρεξουσιότητα να εκτελέσει (υλοποιήσει) απόφασή του να υποβληθεί έγκληση κατά ορισμένου προσώπου, για αξιόποινη πράξη που τελέστηκε σε βάρος της ανώνυμης εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο εν λόγω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος-εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του Συμβουλίου αυτού, που περιέχει την απόφασή του για ανάθεση της εντολής και χορήγηση της πληρεξουσιότητας, και προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ’ ΚΠΔ (βλέπετε προσκομιζόμενη και επικαλούμενη απόφαση Ολομ ΑΠ (Ποιν) 4/2006, αλλά και τις όμοιες 5/2006 και 6/2006).
Στην υπό κρίση υπόθεση, στο απόσπασμα του πρακτικού του Δ.Σ., που προσαρτήθηκε στην παραπάνω δήλωση-έγκληση, η οποία κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών ………………, έπρεπε να βεβαιώνεται και η γνησιότητα της υπογραφής των παρασχόντων την εντολή-πληρεξουσιότητα μελών του Δ.Σ. από δικηγόρο ή δημόσια κ.λ.π. αρχή, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 παρ. 2 του ΚΠΔ. Τέτοια, όμως, βεβαίωση δεν υπάρχει, ούτε καλύπτει την έλλειψη αυτή, η διαφορετική βεβαίωση του Προέδρου του Δ.Σ. της εταιρείας, ότι το προσαρτηθέν στη δήλωση έγκληση με αριθμ. 306/29.10.2002 πρακτικό συνεδριάσεώς του, αποτελεί ακριβές αντίγραφο από το πρωτότυπο, χωρίς άλλη μνεία, αλλά δεν υπάρχει ούτε η επικύρωση της υπογραφής του Προέδρου του Δ.Σ., που υπάρχει στο αντίγραφο του Πρακτικού του Δ.Σ.
Συνεπώς, θα πρέπει να κηρυχθεί άκυρη η άσκηση της ποινικής δίωξης κατ’ εμού και να παύσει οριστικά η ποινική μου δίωξη.
………… 00.00.0000
Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2009

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ-ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΤΡΙΤΟ (ΣΥΝΥΠΟΧΡΕΟ)-ΑΝΑΚΟΠΗ ΑΡΘΡΟΥ 217 ΚΔΔ

ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ……………………
Α Ν Α Κ Ο Π Η (άρθρου 217 ΚΔΔ)
Θ. Π. του Ι. και της Β., κατοίκου ………………, ………….. 49, ……………… (ΑΦΜ ………………..).
Κ Α Τ Α
Του Διευθυντή του Ταμείου Είσπραξης Εσόδων του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων …………, κατοίκου ……………….., ……………. ...
Κ Α Τ Α
Του Διοικητή του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κατοίκου Αθηνών.
ΚΑΙ Κ Α Τ Α
Της με αριθμό ……/01.06.0000 Ατομικής Ειδοποίησης (άρθρο 4 ΝΔ 356/1974) του Διευθυντή του Ταμείου Είσπραξης Εσόδων του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων …………………….
______________________________

Στις 12.06.0000 παρέλαβα δι’ απλής ταχυδρομικής επιστολής την με την παρούσα ανακοπή προσβαλλόμενη με αριθμό ……./01.06.0000 Ατομική Ειδοποίηση (άρθρο 4 ΝΔ 356/1974) του Διευθυντή του Ταμείου Είσπραξης Εσόδων του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων …………., με την οποία οι καθ’ ων με πληροφορούσαν ότι είχε βεβαιωθεί σε βάρος μου τo ποσό που αναφέρεται σ’ αυτήν, συνολικού ύψους ……… €, εκ του οποίου ποσού το ποσό των ……….. € αφορούσε κύρια εισφορά και το ποσό των ……….. € αφορούσε πρόσθετα τέλη και προερχόντουσαν από ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές εισφορές προς το Ι.Κ.Α. της στη ………….. εδρεύουσας άλλοτε ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Π. ΑΕ».
Κατ’ αυτής της ατομικής ειδοποίησης στρέφομαι με την παρούσα ανακοπή μου και ζητώ την εξαφάνισή της και για άλλους λόγους που θα προσθέσω νόμιμα και εμπρόθεσμα, αλλά και για τους παρακάτω νόμιμους, βάσιμους και αληθινούς:
1.- ΝΟΜΟΤΥΠΟ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΝΑΚΟΠΗΣ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 217, 219 § 1 περ. α’ ΚΔΔ, 4 ΝΔ 356/1974 και 41 ΒΔ 757/1969 και ενόψει όσων εκτίθενται στην αιτιολογική έκθεση του ΚΔΔ, σύμφωνα με τα οποία, με την ανακοπή του άρθρου 217 ΚΔΔ προσβάλλονται όλες οι πράξεις που εκδίδονται από την ταμειακή βεβαίωση της οφειλής έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας της εκτέλεσης, συνάγεται ότι η ατομική ειδοποίηση του άρθρου 4 του ΚΕΔΕ δεν αποτελεί εκτελεστή πράξη, που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης, αλλά πληροφοριακό έγγραφο, το οποίο αποστέλλεται από τον Προϊστάμενο του οικείου Ταμείου προς τον οφειλέτη για να του γνωστοποιήσει το υφιστάμενο χρέος του, κατά του οποίου δεν χωρεί ανακοπή του άρθρου 217 ΚΔΔ. Εφόσον, όμως, στην ατομική αυτή ειδοποίηση περιέχεται, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 του ΚΕΔΕ, η πράξη ταμειακής βεβαίωσης του σχετικού χρέους, τότε η ανακοπή είναι δυνατό, κατ` εκτίμηση του δικογράφου, να θεωρηθεί ότι στρέφεται κατά της ταμειακής βεβαίωσης και να ερευνηθεί η ανακοπή ως προς αυτήν.
Κατ` εξαίρεση, όμως, έχει γίνει δεκτό, ότι η ατομική ειδοποίηση έχει εκτελεστό χαρακτήρα στην περίπτωση που αποστέλλεται σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι κατά νόμο αλληλεγγύως υπεύθυνο με τον οφειλέτη για την εξόφληση του χρέους, χωρίς να προηγηθεί ταμειακή βεβαίωση σε βάρος του. Και τούτο, διότι η αποστολή ατομικής ειδοποίησης στην περίπτωση αυτή έχει συγκεκριμένες έννομες συνέπειες, καθόσον ο οφειλέτης καλείται για πρώτη φορά, ως εις ολόκληρον υπόχρεος, να καταβάλει ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο ή ΙΚΑ, με την απειλή λήψης μέτρων εκτέλεσης σε βάρος του, ενώ η δυνατότητα προσβολής μεταγενέστερων πράξεων εκτέλεσης (έκθεσης κατάσχεσης, προγράμματος πλειστηριασμού κ.λπ.) δεν εξασφαλίζει πλήρως το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμά του για δικαστική προστασία (άρθρο 20 § 1 Συντάγματος), αφού κατά το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την έκδοση μεταγενέστερων πράξεων εκτέλεσης δεν του παρέχεται κανένα ένδικο βοήθημα προς υποστήριξη των δικαιωμάτων του (δεδομένου ότι δεν εκδίδεται ταμειακή βεβαίωση σε βάρος του), παράλληλα δε υφίσταται τις δυσμενείς συνέπειες από την ύπαρξη της οφειλής του (υπολογισμός προσαυξήσεων, ενδεχόμενη άσκηση ποινικής δίωξης κλπ).
Συνεπώς, νομίμως ασκείται η υπό κρίση ανακοπή, για ατομική ειδοποίηση που δεν περιλαμβάνει στο σώμα της την ταμειακή βεβαίωση, αλλά αφορά εμένα (τρίτο) για οφειλές της ανωνύμου εταιρείας «Π. Α.Ε.».

2.- ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΚΟΠΗΣ
2.1.- ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ – ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑΣ
Η ανακοπτόμενη ατομική ειδοποίηση ουδέν αναφέρει σχετικό με τη διασύνδεσή μου με την εταιρία «Π. Α.Ε.» ή την ιδιότητα που θέλει αυτή να προσδώσει στη σχέση μου με την εταιρία και συνεπώς μη νόμιμα και χωρίς αιτιολογία με θεωρεί ως συνυπόχρεο των οφειλών της ανώνυμης εταιρίας «Π. Α.Ε.». Ελλειπούσης οιασδήποτε αιτιολογίας για τον δικαιολογητικό λόγο αποστολής σε μένα της ατομικής ειδοποίησης, αυτή καθίσταται άκυρη, αφού δεν έχω δυνατότητα να αμυνθώ καθ’ ην στιγμή το αντίδικό μου δεν μου γνωρίζει την αιτία διασύνδεσής μου με την εταιρία «Π. Α.Ε.».
Συνεπώς είναι ακυρωτέα η προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση εκ του λόγου της ανυπαρξίας οιασδήποτε αιτιολογίας σ’ αυτήν.

2.2.- ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ – ΕΛΛΕΙΨΗ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΠΟΥ ΜΕ ΚΑΘΙΣΤΑ ΣΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΣΥΝΥΠΕΥΘΥΝΟ ΜΕ ΤΗΝ ΟΦΕΙΛΕΤΡΙΑ
Σύμφωνα με το άρθρο 115 του Ν 2238/94, το οποίο ισχύει και για το ΙΚΑ (με την διάταξη της § 2 του άρθρου 69 του Ν 2676/1999), συνυπόχρεοι καταβολής των οφειλομένων ορίζονται τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των ανώνυμων εταιρειών ή συνεταιρισμών, που ευθύνονται πλέον προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου (εισφοράς) που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα. Πλην, όμως, εγώ ουδέποτε είχα την ιδιότητα ενός τέτοιου προσώπου, ενόψει του ότι ήμουν ένα απλό μέλος σε ένα πολυμελές Διοικητικό Συμβούλιο και μάλιστα για ελάχιστο χρονικό διάστημα και ουδέποτε υπήρξα διευθυντής, διαχειριστής ή διευθύνων σύμβουλος ή εκκαθαριστής της εταιρίας με την επωνυμία «Π. ΑΕ».
Συνεπώς, όλως κακώς και παρά τον νόμο στρέφεται εναντίον μου το αντίδικό μου και με θεωρεί συνυπεύθυνο, με την αποστολή, μάλιστα, της προσβαλλόμενης ατομικής ειδοποίησης.
2.3. ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ – ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΕΥΘΥΝΗ
Εκτός, όμως, του ότι δεν είναι δυνατόν να θεωρηθώ ως συνυπόχρεος, εκ της ιδιότητός μου, οποιασδήποτε οφειλής της ανώνυμης εταιρίας «Π. ΑΕ», συγχρόνως, όλως κακώς και παρά τον νόμο το αντίδικό μου, επιδιώκει την είσπραξη των οφειλών από εμένα, ως συνυπόχρεου της εταιρίας «Π. ΑΕ» (ακόμη και εάν κατείχα μία των ιδιοτήτων του συνυπόχρεου) και για άλλο λόγο: Η διάταξη του άρθρου 69 παρ. 2 του Ν 2676/1999, με την οποία θεσπίστηκε η προσωπική και αλληλέγγυος ευθύνη των αναφερομένων στο άρθρο 115 του Ν 2238/1994 προσώπων για την καταβολή από ανώνυμες εταιρείες ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ, ισχύει για το μέλλον (δηλαδή από τη δημοσίευση του σχετικού νόμου - 5/11/1999). Για να είναι νόμιμη η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος φυσικού προσώπου που έχει τέτοια ιδιότητα, πρέπει η οφειλή του νομικού προσώπου προς το ΙΚΑ να γεννήθηκε μετά την 5/11/1999. Από απλή ανάγνωση της επιδοθείσας προς εμέ προσβαλλόμενης ατομικής ειδοποίησης, προκύπτει ότι όλες οι οφειλές της εταιρίας «Π. ΑΕ», γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα των ετών από το 1990 έως 1991, κατά δε τα έτη 1994 και 1999 γεννήθηκαν οφειλές της εταιρίας από άγνωστης προέλευσης «έξοδα διοικητικής εκτέλεσης» ή, άλλως, όλες οι υποτιθέμενες οφειλές της εταιρίας βεβαιώθηκαν κατά τα έτη 1991 έως 1993 και έτσι, μη ισχυούσης της ανωτέρω τροποποιητικής διατάξεως, όλως κακώς και παρά τον νόμο αναζητούνται από εμένα, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε υποτεθεί ότι είχα στην εταιρία θέση που μου δημιουργούσε υποχρέωση αλληλέγυας οφειλής. Αλλά, ακόμη και τα έσχατα έξοδα της «διοικητικής εκτέλεσης» βεβαιώθηκαν στις 01.04.1999, δηλαδή και αυτά προ της ενάρξεως ισχύος της σχετικής τροποποίησης.
Συνεπώς μη νομίμως στρέφεται εναντίον μου το αντίδικό μου και η ατομική ειδοποίηση που μου γνωστοποίησε πρέπει να ακυρωθεί.

2.4.- ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ – ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΞΙΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΙΚΑ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΔΔ, ορίζεται ότι το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, μπορούν να προβάλλονται με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης, πρέπει δε να αποδεικνύονται αμέσως. Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 73 § 2 του ΝΔ 356/1974 ορίζεται ότι η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται και εάν το χρέος παρεγράφη. Σύμφωνα με τη διάταξη της § 7 του άρθρου 27 του ΑΝ 1846/1951, όπως, τροποποιηθείσα με τη διάταξη του άρθρου 44 παρ. 2 του Ν 2698/1953, ίσχυε κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο, το δικαίωμα για είσπραξη των εισφορών παραγράφεται μετά δεκαετία από της λήξεως του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο αυτές κατέστησαν απαιτητές, ενώ στη μεν διάταξη του άρθρου 87 του Ν 2362/1995 ορίζεται ότι η παραγραφή των απαιτήσεων του Δημοσίου αναστέλλεται για τους λόγους που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όπως, επίσης, και για χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο για τον οποίο είχε χορηγηθεί στον υπόχρεο ή σε συνυπόχρεο, κατά την τελευταία διετία της παραγραφής, αναστολή πληρωμής του χρέους ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, ανεξάρτητα αν έχει συμμορφωθεί ή όχι, εν όλω ή εν μέρει, ο υπόχρεος, στη δε διάταξη του άρθρου 88 του Ν 2362/1995 ορίζεται ότι την παραγραφή χρηματικής απαιτήσεως του Δημοσίου διακόπτει: α) η κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη ή συνοφειλέτη ή τρίτου εγγυητή αυτών και ανεξάρτητα αν αυτή ενεργείται εις χείρας αυτών ή εις χείρας τρίτου, β) η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού ανεξάρτητα από την κοινοποίηση ή μη αυτού στον καθ’ ου έχει εκδοθεί το πρόγραμμα. Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 7α του άρθρου 27 του ΑΝ 1846/1951, όπως αυτή προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 § 8 του Ν 2556/1997 ορίζεται ότι οι διατάξεις των §§ 1 και 4 του άρθρου 87 του Ν 2362/1995 περί αναστολής παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου, καθώς και των άρθρων 88 και 89 του ίδιου νόμου περί διακοπής παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου και συνεπειών παραγραφής αντίστοιχα, εφαρμόζονται ανάλογα και στο ΙΚΑ.
Όπως προκύπτει από τον ατομική ειδοποίηση του αντιδίκου μου, η παραγραφή των οφειλών της εταιρίας «Π. ΑΕ» (και κατά την υποθετική παραδοχή εμού ως αλληλεγύως υποχρέου) άρχισε για όλες τις οφειλές κατά τις ημερομηνίες α) 01.01.1992 (ΠΕΕ/Χ/0000 – βεβαίωση 03.04.1991), β) 01.01.1993 (ΠΕΠΕΕ/Χ/0000, ΠΕΠΕΕ/Χ/0000, ΠΕΕ/Χ/0000 και ΠΕΕ/Χ/0000 – βεβαιώσεις αντιστοίχως 20.02.1992, 15.04.1992, 20.02.1992 και 15.04.1992), γ) 01.01.1994 (ΠΕΠΕΕ/Χ/0000, ΠΕΕ/Χ/0000 και ΠΕΠΕΕ/Χ/0000 – βεβαιώσεις αντιστοίχως 01.08.1993, 01.08.1993 και 26.11.1993), δ) 01.01.1995 (ΕΞΔΙΟΙ/Χ/00000 – βεβαίωση 02.09.1994) και ε) 01.01.2000 (ΕΞΔΙΟΙ/Χ/00000 – βεβαίωση 01.04.1999). Από τις ανωτέρω ημερομηνίες έναρξης παραγραφής, είναι φανερό ότι όλες οι απαιτήσεις του αντιδίκου μου είναι παραγεγραμμένες, λόγω παρέλευσης δεκαετίας από της λήξεως του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο αυτές κατέστησαν απαιτητές, πλην της τελευταίας πράξης (ΕΞΔΙΟΙ/Χ/0000000), για την οποία δεν παρήλθε δεκαετία. Άλλωστε, το αντίδικό μου ουδέποτε προέβη σε πράξεις διακοπής της παραγραφής, δηλαδή σε κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη ή συνοφειλέτη ή τρίτου εγγυητή αυτών και ανεξάρτητα αν αυτή ενεργείται εις χείρας αυτών ή εις χείρας τρίτου, ή έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού ανεξάρτητα από την κοινοποίηση ή μη αυτού στον καθ’ ου έχει εκδοθεί το πρόγραμμα, αφού ουδέποτε επέβαλε κατάσχεση σε βάρος περιουσιακού στοιχείου οιουδήποτε (εταιρίας ή συνυποχρέων ή εγγυητών) και συνεπώς ουδέποτε εκδόθηκε πρόγραμμα πλειστηριασμού.

Επειδή η παρούσα ανακοπή μου είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθινή και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου Σας.
Επειδή επιφυλάσσομαι να προσθέσω νόμιμα και εμπρόθεσμα και άλλους λόγους ανακοπής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΖΗΤΩ: Να γίνει δεκτή η ανακοπή μου. Να ακυρωθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη και με αριθμό 0000/01.06.0000 Ατομική Ειδοποίηση (άρθρο 4 ΝΔ 356/1974) του Διευθυντή του Ταμείου Είσπραξης Εσόδων του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων …………. Να καταδικασθεί το αντίδικό μου στη δικαστική μου δαπάνη.
……………. 00.00.0000
Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος