Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ Α.Ε. ΜΗ ΕΙΣΗΓΜΕΝΩΝ ΣΤΟ Χ.Α.Α. (μέρος 1ο)

Η μεταβίβαση ονομαστικών μετοχών ανώνυμης εταιρείας (μη εισηγμένης στο Χ.Α.Α.) σε τρίτο/ους είναι θέμα που απασχολεί πολλούς συναδέλφους, αφού η συνήθης πολυνομία δημιουργεί προβλήματα σχετικά με τον τρόπο μεταβίβασης. Κάποια υποδείγματα ίσως φανούν χρήσιμα σε συναδέλφους που θα τους απασχολήσει το σχετικό θέμα. Αρχικά, παραθέτω το άριστο σκεπτικό μιας πολύ καλής απόφασης (ΠΠρΙωανν 65/2008), που νομίζω ότι λύνει διαχρονικά, τόσο ως προς αυτή ταύτη τη μεταβίβαση, όσο και σχετικά με τα ισχύοντα με τους φορολογικούς νόμους, το ζήτημα. Στην συνέχεια θα ακολουθήσουν (σε συνέχειες) τα σχετικά υποδείγματα, που αφορούν μεταβίβαση ονομαστικών μετοχών με έγγραφο τύπο:
ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΠΡ ΙΩΑΝΝ 65/2008
Σύμφωνα με το άρθρο 68 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923, οι μετοχές ανώνυμων εταιριών μπορούν να εκδίδονται είτε ως ανώνυμες είτε ως ονομαστικές. Οι ανώνυμες κατατάσσονται στην κατηγορία των ανώνυμων αξιόγραφων, που απαριθμούνται περιοριστικά στο παραπάνω άρθρο 68, για τα οποία πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Κατ` αρχήν εκδίδονται υπέρ του κομιστή και μεταβιβάζονται όπως τα κινητά, με συμφωνία και παράδοση του τίτλου, στην οποία δεν κατονομάζεται ο δικαιούχος και τo δικαίωμα μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που κάθε φορά είναι κομιστής. Εδώ παρατηρείται ότι το κανονικό δικαίωμα - συμμετοχικό στην περίπτωση των μετοχών ανωνύμου εταιρείας που περιγράφεται στο έγγραφο, είναι απόλυτα συνδεδεμένο με τον τίτλο, σε τέτοιο βαθμό ώστε να επέρχεται ενσωμάτωση ενοχικού δικαιώματος και έγγραφου. Συνέπεια αυτού είναι κάθε μεταβίβαση του εγγράφου να σημαίνει και μεταβίβαση της απαίτησης που ενσωματώνει. Η μεταβίβαση, δε, του εγγράφου, αφού πρόκειται για κινητό πράγμα, διέπεται από το άρθρο 1034 ΑΚ ήτοι συντελείται με συμφωνία και παράδοση, εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1110 ΑΚ, ο κάτοχος του εγγράφου θεωρείται νόμιμος κομιστής και κατά συνέπεια δικαιούχος της απαίτησης.
Προκειμένου, μάλιστα, να ασκήσει το δικαίωμα του ο κομιστής δεν υποχρεούται να αποδείξει την ουσιαστική του νομιμοποίηση, καθώς ο οφειλέτης είναι εκείνος που αν αμφισβητήσει το δικαίωμα του κατόχου θα πρέπει ο ίδιος να αποδείξει την έλλειψη της (ουσιαστικής νομιμοποίησης). Πρόκειται, δηλαδή, για φαινόμενο δικαίου, που δημιουργεί η κατοχή του εγγράφου, εξάλλου, τα ονομαστικά αξιόγραφα (ή καταχρηστικά αξιόγραφα) είναι εκείνα στα οποία η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να γίνει από το πρόσωπο που κατονομάζεται στο έγγραφο. Ο ονομαστικά προσδιοριζόμενος δικαιούχος στερείται της δυνατότητας να υποδείξει με το έγγραφο άλλο πρόσωπο ως φορέα του δικαιώματος. Η έλλειψη της δυνατότητας αυτής, όμως, δεν έχει την έννοια ότι το αξιογραφικό δικαίωμα είναι αμεταβίβαστο. Αντίθετα, είναι δυνατή η μεταβίβαση του μόνο που αυτή μπορεί να γίνει αποκλειστικά κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, δηλαδή με εκχώρηση (άρθρα 455 επ. ΑΚ). Όμως επίσης λόγω του αξιογραφικού χαρακτήρα του δικαιώματος, ο νέος δικαιούχος, για να μπορέσει να το ασκήσει, θα πρέπει να κατέχει και το έγγραφο. Κατά συνέπεια. εκτός από τη μεταβίβαση του δικαιώματος θα πρέπει να επέλθει και μεταβίβαση του τίτλου, η οποία και σε αυτήν την περίπτωση, όπως στα ανώνυμα αξιόγραφα, θα ακολουθήσει τους κανόνας του εμπράγματου δικαίου για τη μεταβίβαση της κυριότητας των κινητών πραγμάτων (άρθρα 1034 επ. ΑΚ). Ειδικότερα, στο έγγραφο των μετοχών των ανωνύμων εταιρειών που δεν έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) ενσωματώνονται, κατά το γνωστό ιδιόρρυθμο τρόπο για τον οποίο ο λόγος έγινε παραπάνω, το συμμετοχικό δικαίωμα. Και στις μεν ονομαστικές μετοχές ο δεσμός αυτός είναι χαλαρότερος, στις ανώνυμες όμως είναι περισσότερο στενός, σε βαθμό που το συμμετοχικό δικαίωμα να είναι κυκλοφοριακά (τόσο ως προς τη μεταβίβαση του όσο και ως προς τη νομιμοποίηση του κατόχου του τίτλου) πλήρως υποταγμένο στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας του εγγράφου. Ακριβώς η παραπάνω νομική φύση της μετοχής, μέχρι πρόσφατα, καθόριζε και τον τρόπο διακίνησης της.
Συγκεκριμένα για τη μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών, οι κανόνες που έπρεπε να τηρηθούν εναρμονίζονταν με την (καταχρηστική) αξιογραφική τους φύση. Δηλαδή, κατ’ αρχήν απαιτούνταν σύμβαση ανάμεσα στο μεταβιβάζοντα και στον αποκτώντα. Όμως, ο συμμετοχικός χαρακτήρας του δικαιώματος που αναφέρεται στη μετοχή και η αναγραφή στον τίτλο ονομαστικά του μετόχου, επέβαλλαν την τήρηση και άλλων διατυπώσεων, που, πάντως, καθορίζονταν από τον νόμο περί ανώνυμων εταιριών. Έτσι, απαιτούνταν (άρθρο 8(3` § Ι Ν. 2190/1920, όπως ίσχυε πριν το Ν. 3604/2007) να γραφεί η συμβατική αυτή μεταβίβαση στο βιβλίο μετόχων που τηρεί η εταιρία, όπως ειδικότερα ορίζει η ίδια διάταξη. Αφού ολοκληρώνονταν οι απαιτούμενες διατυπώσεις, η εταιρία εξέδιδε νέο έγγραφο μετοχής στο όνομα του νέου μετόχου, ή σημείωνε στο παλιό την αλλαγή στο πρόσωπο του μετόχου. Η κατοχή του εγγράφου επιτελούσε νομιμοποιητική λειτουργία απέναντι στην εταιρία, με την προϋπόθεση βέβαια ότι ο κάτοχος ήταν το πρόσωπο εκείνο που αναγραφόταν στο έγγραφο της μετοχής και, κυρίως, ότι ήταν το πρόσωπο που αναγραφόταν στο βιβλίο της εταιρίας. Ανάμεσα στους συμβαλλόμενους η μεταβίβαση επερχόταν με την ολοκλήρωση της εμπράγματης σύμβασης, δηλαδή με την παράδοση των εγγράφων των μετοχών στον αγοραστή (άρθρο 1034 ΑΚ). Εξάλλου οι ανώνυμες μετοχές, μεταβιβάζονταν όπως όλα τα ανώνυμα αξιόγραφα, δηλαδή με συμφωνία και παράδοση του τίτλου, χωρίς οποιαδήποτε άλλη διατύπωση, ενώ η κατοχή του τίτλου ήταν και το αποκλειστικό μέσο νομιμοποίησης του μετόχου, αφού η ανωνυμία της μετοχής δημιουργούσε στις συναλλαγές φαινόμενο δικαίου υπέρ του κατόχου (άρθρα 888 επ. ΑΚ). Εντούτοις, με τo άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 2459/1997 "κατάργηση φορολογικών απαλλαγών και άλλες διατάξεις", προστέθηκε στο άρθρο 79 του Ν. 2238/1994 "Κώδικας Φορολογία Εισοδήματος" η § 4 κατά την οποία ορίζεται ότι "Η μεταβίβαση εν ζωή ή λόγω θανάτου ονομαστικών ή ανώνυμων μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών πραγματοποιείται αποκλειστικώς με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο θεωρημένο από τον προϊστάμενο της οικείας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας. Απόκτηση τέτοιων μετοχών κατά παράβαση της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται άκυρη και δεν παράγει κανένα έννομο δικαίωμα υπέρ αυτού που αποκτά, όπως το δικαίωμα είσπραξης μερίσματος, συμμετοχής στις γενικές συνελεύσεις, μεταβίβασης των μετοχών αυτών κτλ. Τα παραπάνω εφαρμόζονται ανάλογα και όταν αυτός που μεταβιβάζει τις εν λόγω μετοχές δεν είναι φυσικό πρόσωπο. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου, καθώς και οι περιπτώσεις που η πιο πάνω μεταβίβαση μπορεί να γίνει και με άλλο τρόπο". Με την § 4 του ίδιου άρθρου (15 του Ν. 2459/1997) ορίζεται ότι: "Κάθε άλλη διάταξη, γενική η ειδική, που αντίκειται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου παύει να ισχύει". Από το περιεχόμενο της ανωτέρω διάταξης, σε συνδυασμό και με όσα προεκτέθηκαν, συνάγεται ότι αυτή έρχεται σε σύγκρουση με θεμελιώδεις διατάξεις τόσο του δικαίου των αξιόγραφων όσο και του ΑΚ. Κατ` αρχήν επέρχεται ονομαστικοποίηση των ανωνύμων μετοχών και πλήττεται η νομιμοποιητική λειτουργία τους, δηλαδή, η δυνατότητα που έχει ο κάτοχος τους να αποδεικνύει ότι είναι μέτοχος με μόνη την προσκόμιση του τίτλου (άρθρα 888 επ. και 1110 ΑΚ). Πράγματι, χωρίς την προσκόμιση του θεωρημένου ιδιωτικού συμφωνητικού ή του συμβολαιογραφικού εγγράφου, η εταιρία θα μπορεί να αρνείται στον κάτοχο του τίτλου την άσκηση των δικαιωμάτων του, επικαλούμενη ότι δεν έχει αποκτήσει νομίμως την ιδιότητα του μετόχου. Εξάλλου αναφορικά με τις ονομαστικές μετοχές, και ενόψει των όσων ορίζονται με το άρθρο 15§4 του Ν. 2459/1997 (βλ. ανωτέρω), δημιουργείται η εύλογη αμφιβολία αν για τη νομιμοποίηση του κατόχου των σχετικών τίτλων, απέναντι στην εταιρεία, απαιτείται πλέον και εγγραφή της μεταβίβασης στο βιβλίο μετόχων. Περαιτέρω, το άρθρο 15 του Ν. 2459/1997 βρίσκεται σε αντίθεση και με τα όσα ισχύουν σήμερα στο κληρονομικό δίκαιο και ειδικότερα στη μεταβίβαση μετοχών αιτία θανάτου. Σύμφωνα με το άρθρο 1710 ΑΚ "Κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομιά) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι). Η κληρονομική διαδοχή από το νόμο επέρχεται όταν δεν υπάρχει διαθήκη, ή όταν η διαδοχή από διαθήκη ματαιωθεί ολικά ή μερικά, ενώ κατά το άρθρο 1 846 ΑΚ "Ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1198". Επομένως, η καθιέρωση του έγγραφου τύπου ανατρέπει το παραπάνω σύστημα κληρονομικής διαδοχής, αφού δεν είναι δυνατή η εξάρτηση του κύρους της μεταβίβασης από την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης μεταξύ κληρονομουμένου και κληρονόμου. Άλλως θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι στις προθέσεις του νομοθέτη ήταν και η κατάργηση της ες αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής (άρθρα 1710 και 1813 επ. ΑΚ.) ή η θέσπιση διατυπώσεων για την μεταβίβαση μετοχών αιτία θανάτου ανάλογων με εκείνες των άρθρων 1198 και 1199 ΑΚ. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι αντιστοίχου περιεχομένου διάταξη συναντάται και στο άρθρο 8 §16 του Ν. 1882/1990, όπου ορίζεται ότι "Συμφωνητικά που καταρτίζονται μεταξύ επιτηδευματιών ή τρίτων για οποιανδήποτε συναλλαγή θεωρούνται μέσα σε δέκα (10) ημέρες από της ημερομηνίας καταρτίσεως και υπογραφής από την αρμόδια ΔΟΥ, άλλοις είναι ανίσχυρα και δεν έχουν κανένα έννομο αποτέλεσμα. Κατ` εξαίρεση, δεν θεωρούνται τα συμφωνητικά του προηγούμενου εδαφίου που καταρτίζονται από επιτηδευματίες ή τρίτους με το Δημόσιο, τις Τράπεζες, τους Οργανισμούς, τις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τους δήμους και τις κοινότητες, τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, τις επιχειρήσεις που εκδίδουν κάρτες συναλλαγών και τις εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης του ν. 1665/1986". Κρίθηκε, λοιπόν, ότι σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου είναι η περιστολή της φοροδιαφυγής και η σύλληψη της φορολογητέας ύλης και ότι η θεσπιζόμενη για την παράβαση του (άρθρου) κύρωση, παρά τη γενικότητα με την οποία διατυπώνεται, θα πρέπει να περιοριστεί σε μόνα τα συμφωνητικά που αφορούν συναλλαγές ανάμεσα σε επιτηδευματίες ή ανάμεσα σε αυτούς και τρίτους, από τις οποίες πηγάζουν φορολογητέα εισοδήματα των επιτηδευματιών τούτων και μόνο έναντι της φορολογικής αρχής, χωρίς η ακυρότητα να επεκτείνεται μεταξύ των συμβαλλομένων (ΑΠ 90/2005 ΕλΔικ 2005/1486, ΑΠ 761/2001 ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1698/2001 ΔΕΕ 2002/334).
Από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, είναι προφανές ότι ο νομοθέτης, με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Ν. 2459/1997, δε θέλησε ν` ανατρέψει το ισχύον σύστημα μεταβίβασης των μετοχών των ανωνύμων εταιρειών που δεν έχουν εισαχθεί στο ΧΑΑ, είτε πρόκειται για δικαιοπραξία εν ζωή είτε αιτία θανάτου, και να προκαλέσει αβεβαιότητα στις εμπορικές συναλλαγές, αλλά απέβλεπε, όπως και με το άρθρο 8 §16 του Ν. 1882/1990, σε καθαρά φορολογικούς σκοπούς (ΕφΑθ 224/2007 ΔΙΚΗ. 2007/684). Τούτο συνάγεται σαφώς από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη διάταξη (άρθρο 15 του Ν. 2459/1997) δεν ποιείται καμίας αναφοράς στο Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιρειών", αλλά έχει ενταχθεί σε ένα νομοσχέδιο που επιδιώκει αμιγείς φορολογικούς σκοπούς (βλ. εισηγητική έκθεση του Ν. 2459/1997), και επιφέρει μεταβολές στο άρθρο 79 του Ν. 2238/1994 "Κώδικας Φορολογία Εισοδήματος". Επομένως, η μη τήρηση του εγγράφου τύπου, που απαιτεί το άρθρο 79 του Ν. 2238/1994, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της μεταβίβασης των μετοχών των ανωνύμων εταιρειών που δεν έχουν εισαχθεί στο ΧΑΑ αλλά οι όποιες προβλεπόμενες κυρώσεις αναφέρονται στις σχέσεις του φορολογουμένου με τη φορολογούσα αρχή (επιβολή προστίμων κτλ) (βλ. για όλα τα ανωτέρω [ι] "Η μεταβίβαση των μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο μετοχών ανωνύμων εταιρειών και η φορολογία της υπεραξίας τους με βάση τις διατάξεις του Ν. 2459/1997. ΔΕΕ 1999/485, |ιι| "Η μεταβίβαση των μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο μετοχών ανωνύμων εταιρειών. Ο τύπος της μεταβίβασης", Αρμεν. 2001/152, [ιιι] (Ο έγγραφος τύπος για τη μεταβίβαση μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετοχών (άρθρο 79 §4 Ν. 2238/1994)", ΧρΤδΔικ 2001/635, [ιν] Ν. Βερβεσού "Το Δίκαιο των Ανωνύμων Εταιρειών", έκδοση Β’ τόμος 2, τεύχος Α`, σελ. 338, επ.).

Δεν υπάρχουν σχόλια: